Ζουλφί Λιβανελί – Η ιστορία του αδερφού μου

Η ιστορία του αδερφού μου – Ζουλφί Λιβανελί

Μετάφραση: Θάνος Ζαράγκαλης – εκδ. Πατάκη

«Έρωτας σημαίνει να περπατάς με δεμένα μάτια στο χείλος τον γκρεμού». Όλα ξεκινούν με τη δολοφονία μιας νέας γυναίκας σ’ ένα ήσυχο ψαροχώρι. Το έγκλημα φέρνει κοντά τον συνταξιούχο πολιτικό μηχανικό που αποσύρθηκε απ’ τη ζωή και τη νέα, όμορφη, γεμάτη περιέργεια δημοσιογράφο. Έτσι αρχίζει η ιστορία ή καλύτερα η ιστορία μέσα στην ιστορία που ψηλαφίζει τα πιο σκοτεινά συναισθήματα του ανθρώπου και όπου η πραγματικότητα γίνεται ένα με τη φαντασία, κάπως σαν την αφήγηση στις “Χίλιες και μία νύχτες”: σε κάθε σελίδα ανακαλύπτουμε μια νέα πραγματικότητα στα όρια αμφιβολίας και βεβαιότητας. Τελικά είναι πράγματι ο έρωτας «το πιο επικίνδυνο, το πιο θανατηφόρο συναίσθημα»; (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

* * *

Ένα βιβλίο με ρέουσα γραφή, που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Ένα μυθιστόρημα που συνδυάζει το αστυνομικό στοιχείο με τον ψυχογραφικό χαρακτήρα και τις κοινωνικές προεκτάσεις.

Η αλλοτρίωση του βαθιά πληγωμένου από τον σεβντά του, όπως λέει ο ήρωας, κι όχι απλά από τον έρωτα.

Το πώς το παρελθόν και η μνήμη επιδρά πάνω στον άνθρωπο και πως οι ψυχολογικές άμυνες μπορούν να παγώσουν κάθε συναίσθημα, προκειμένου να προστατέψουν τον βαθιά τραυματισμένο εαυτό.

Ο Αχμέτ είναι απομονωμένος από τον κοινωνικό περίγυρο, αλλά και από τον ίδιο του τον εαυτό, που ζει μόνο μέσα από την λογοτεχνία. Μέχρι που, με αφετηρία έναν φόνο, έρχεται αντιμέτωπος με την πραγματική ζωή, τα νιάτα και την ομορφιά, στο πρόσωπο μιας νεαρής δημοσιογράφου. Προκειμένου να κερδίσει χρόνο μαζί της, της αφηγείται την ιστορία του αδερφού του…

Ο άνθρωπος,
Μια σταγόνα αίμα και χίλιες σκοτούρες
Σααντί από το Σιράζ
13ος αιώνας

– 

Ω άρχοντά μου! Μου χάρισες τη ζωή, μα
Ως αντάλλαγμα μου έκλεψες τις ιστορίες μου.
Κι όμως, εγώ μονάχα στις ιστορίες μπορούσα να ζήσω.
Τώρα αυτές εξαντλήθηκαν, κι έτσι τελείωσε
Και η δική μου ιστορία.Ο θάνατος της Σεχραζάντ

Ιντιζάρ χουσεΐν

Αποσπάσματα:

«Ο πατέρας μου πιστεύει μόνο στην επιστήμη· δε διαβάζει μυθιστορήματα, επειδή θεωρεί πως είναι έργο φαντασιόπληκτων».

Γέλασα· της είπα ότι γνώρισα πολλούς ανθρώπους σαν τον πατέρα της, που πίστευαν αυτά που πιστεύει κι εκείνος, όμως έκαναν μεγάλο λάθος. Η επιστήμη δε θα μπορούσε ποτέ να φτάσει τη λογοτεχνία. «Κοιτάξτε…» συμπλήρωσα. «Θα σας αποδείξω τον ισχυρισμό μου. Θα ξέρετε ασφαλώς τις ελληνικές τραγωδίες. Γράφτηκαν πριν απ’ τη γέννηση του Χριστού, αλλά έχουν ισχύ και στις μέρες μας. Ακόμα και σήμερα μιλάμε για το οιδιπόδειο σύμπλεγμα. Ωραία. Κι όταν γράφονταν οι τραγωδίες, πού βρισκόταν η επιστήμη; Δεν ήταν μια περίοδος όπου πίστευαν πως η γη είναι επίπεδη, που δεν είχαν ιδέα για τα μικρόβια; Τότε τι εκφράζει την πραγματικότητα; Οι αθάνατες αφηγήσεις που φωτίζουν το σήμερα ή η πρωτόγονη επιστήμη;»

Στύλωσε πάλι το βλέμμα της στο πάτωμα, με ξέχασε και βυθίστηκε σε νέους συλλογισμούς. Τα λόγια μου της είχαν γεννήσει ερωτηματικά, κάτι που δεν περίμενα.

«Όταν λέμε Οιδίποδας, δε σας ακούγεται ως κάτι μεγαλοπρεπές;» τη ρώτησα, με σκοπό να την κάνω να γελάσει. «Κι όμως, η λέξη αυτή σημαίνει πρησμένο πόδι. Το φανταζόσασταν; Με συγχωρείτε που σας έκανα τον δάσκαλο. Μα πιστέψτε με, η λογοτεχνία είναι ο μοναδικός τρόπος για να κατανοήσουμε τη ζωή. Σας διαβεβαιώ, αυτό μου το έμαθε η ίδια η ζωή».

Δούλευα πάνω στη διατριβή το Νίτσε περί «ενεργητικής αμνησίας». Σύμφωνα με τον φιλόσοφο, ανάμεσα στα ζώα και στους ανθρώπους υπήρχε μια θεμελιώδης διαφορά. Τα ζώα, αντίθετα με τους ανθρώπους, δεν μπορούσαν να αντιληφθούν την ιστορικότητα, το χτες δε διέφερε από το σήμερα. Αυτή η επίγνωση της ιστορικότητας χαρακτήριζε μονάχα τους ανθρώπους, κι ως εκ τούτου εμείς οι άνθρωποι θα έπρεπε να ζηλεύουμε τα ζώα. Η αναψηλάφηση του παρελθόντος ήταν οδυνηρή εμπειρία. Η μοναδική προϋπόθεση για να γίνει ο άνθρωπος ευτυχισμένος ήταν να ξεχάσει το παρελθόν του.

Ο Νίτσε είχε γράψει το εξής: «Είναι εφικτό, για να είναι κανείς ευτυχισμένος, να ζει χωρίς μνήμη, όμως είναι ανέφικτο να ζει χωρίς να ξεχνάει τίποτα». Και συνέχιζε: «Για να το διατυπώσω απλούστερα, η αϋπνία, ο συνεχής συλλογισμός, η συναίσθηση της ιστορικότητας είναι πράγματα ζημιογόνα και εντέλει προκαλούν τον θάνατο των ζώντων. Η έννοια “ζώντες” συμπεριλαμβάνει τον άνθρωπο, τον λαό ή ακόμα κι έναν πολιτισμό».

–                      

Σ’ αυτό το σημείο ήθελα να απομακρυνθώ από τους δυτικούς φιλοσόφους και να στραφώ στον κόσμο της Ανατολής. Σημείωσα στο τετράδιο πώς περιέγραφε ο Σααντί από το Σιράζ τον άνθρωπο: «Μια σταγόνα αίμα και χίλιες σκοτούρες». Σ’ αυτόν εδώ λοιπόν τον στίχο κρυβόταν η τραγωδία του ανθρώπου που δεν μπορούσε να ξεχάσει. Ένα δύσμοιρο πνεύμα που ήταν καταδικασμένο να ταλανίζεται διαρκώς και να ολοκληρώνει τη ζωή του βυθισμένο στις σκοτούρες.

Updated: 07/02/2026 — 11:19