Μενέλαος Λουντέμης – Οι κερασιές θ’ ανθίσουν και φέτος

Μενέλαος Λουντέμης – Οι κερασιές θ’ ανθίσουν και φέτος

Ένα μυθιστόρημα με διάχυτο λυρισμό.

Η πένα του Λουντέμη ασκεί μεγάλη ηθική δύναμη απέναντι στις ανισότητες των μεταπολεμικών χρόνων, όπου εξελίσσονται οι ζωές των ηρώων.

«Τον Απρίλη του 40 ένα γράμμα ήρθε να με βρει…αποστολέα δεν είχε… Ηταν γραμμένο με απόγνωση -ένα χέρι που υψώνεται απ το νερό ζητώντας βοήθεια… Με παρακαλούσε να σώσω όλα τα σαν και κείνην πλάσματα που χάσανε την ελπίδα τους, να ρίξω λίγο φώς στο δρόμο που πήραν ολομόναχα…

Την αντάμωσα το άλλο πρωί. Ηταν ένα πουλί με λερωμένα φτερά, που με περίμενε να σπάσω τα κάγκελα του κλουβιού του.

Την έλεγαν Φούγια…».

“Η πρώτη κραυγή του ανθρώπου είναι κλάμα. Αποκεί και πέρα οι άνθρωποι ή παραμένουν άνθρωποι και κλαίνε, ή γίνονται τέρατα και κάνουν τους άλλους να κλαίνε”.

Αποσπάσματα:

-Μου ‘ρχεται να μπήξω ένα «κατηγορώ» και δεν ξέρω τι να κατηγορήσω; Το χρήμα που αγοράζει ή τη ζωή που αγοράζεται; Μια φορά κι έναν καιρό, κ. Ραματά, υπήρχε και η τύχη,  κι ήταν καλόβολη η καημένη τότε. Άμα δεν είχαμε χρήματα για να θρέψουμε τον εαυτό μας, τον θρέφαμε με όνειρα. Και τα όνειρα ήταν χορταστικά. Τώρα όμως οι καιροί κείνοι πέρασαν, η τύχη μας γύρισε την πλάτη, και τα όνειρα δεν έχουν πια βιταμίνες…

(…)

-Αν θέλετε το έργο σας να ζήσει μαζί με σας και πέρα από σας, πρέπει να το χτίσετε με γνήσια υλικά και μέσα στο χώρο των ανθρώπων.  Ο αληθινός συγγραφέας δε δίνει απλώς τα προϊόντα της πένας του (προϊόν της πένας είναι και το σκέτο μελάνι), αλλά βοηθάει τη ζωή να γίνει πιο φιλόστοργη με τους ανθρώπους. Κυνηγά την κακία και την αμάθεια. Στιγματίζει τη σκληρότητα και την αδικία. Και ρίχνει φως στο δρόμο των ανθρώπων. Φως, και λουλούδια, και μάθηση. Μα όλα αυτά πρέπει να τα κάνει πρώτα δικά του. Τα βιβλία είναι τόμοι από φωτεινές δέσμες, τόμοι από παράπονα, από θυμούς και γέλια. Δηλαδή τόμοι από αληθινές εξομολογήσεις… Όποιος συγγραφέας δεν εξομολογείται, ψεύδεται.

(…)

Είναι κάτι μοναδικές στιγμές, που η γλώσσα είναι φτωχή, τα λόγια άχρηστα… κι ίσα ίσα τότε που θέλεις να πεις τα πιο πολλά. Τότε ο άνθρωπος τραγουδάει ή παραμιλά… Μα ούτε κι αυτό είναι αρκετό. Στο τέλος  λύνεται στο κλάμα… Και τότε μπορεί να μην τα λέει όλα… λέει όμως αρκετά…

(…)                                                                       

«Οι κερασιές θ ανθίσουν και φέτος… και φέτος θα γεμίσουν γλυκούς καρπούς, άνθη και φύλλα, και μοσκοβολιά. Κι όλα θα γίνουν όπως πάντα. Όπως το περασμένο, όπως το περσινό κι όπως το τωρινό καλοκαίρι…κι όπως κάθε καλοκαίρι όσο θα υπάρχουν στον κόσμο καλοκαίρια και κερασιές.

Και τα στόματα θα επιθυμούν τον έρωτα, όσο θα υπάρχουν στον κόσμο κόκκινα στόματα. Μα τα κεράσια και τα στόματα, μα τα καλοκαίρια και τ’ άνθη – όλη αυτή η πλουμιστή λιτανεία του καιρού- για κείνον έγιναν ό,τι έγιναν κι ό,τι είναι για να γίνουν, γιατί χωρίς αυτόν δε θα χρειαζότανε αυτή η μοσκοβολημένη γιορτή της ζωής, ούτε ο ήλιος για να τη χρυσώσει, κι ούτε κι ένα νεανικό χέρι να τη γράψει.

 …Τώρα η παλιά άνοιξη έμεινε πολύ πίσω και μια καινούργια φουσκώνει μέσα στους χυμούς.»

 «Οι κερασιές θ’ ανθίσουν και φέτος»

Οι κερασιές θ’ ανθίσουνε και φέτος στην αυλή
και θα γεμίσουνε με άνθη το παρτέρι.
Πικρή που είν’ η άνοιξη σαν είσαι δίχως ταίρι,
πικρή που ‘ν’ η ζωή!

Άνοιξε το παράθυρο στην πρωινή γιορτή,
για νάμπουν οι μοσκοβολιές από το περιβόλι.
Αχ, κάθε του τριαντάφυλλο και μια πληγή από βόλι,
είναι για σε, ποιητή!

Πικρή  που είν’ η άνοιξη σαν είσαι δίχως ταίρι,
πικρή που ‘ν’ η ζωή!

Κουράστηκα  να σε καρτερώ, Έρωτα, και να λιώνω,
πα’ στο βιβλίο της ζωής σκυμμένος μια ζωή!
Μ’ αν ήτανε να ‘ρχόσουνα για ένα έστω πρωί
χίλια θε να ‘δινα πρωινά να ζούσα εκείνο μόνο!

Πικρή  που είν’ η άνοιξη σαν είσαι δίχως ταίρι,  
πικρή που ‘ν’ η ζωή!

Updated: 30/04/2022 — 22:05