Αφιέρωμα στην Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης Η Ομάδα Δημιουργικής Ανάγνωσης της Λέσχης Πολιτισμού Φλώρινας γιόρτασε την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης (21 Μαρτίου 2021), σε μία διαδικτυακή συνάντηση, διαβάζοντας ποιήματα. Ο Πέτρος διάβασε: Η Ρίτσα στην φυλακή (Πέτρος Στογιάντσης) Χρυσή αχτίδα γκρίζα άνοιξη φωτίζει. Πάνω σ' αλυσίδες βλέπει τον ήλιο. Πίσω από μαλλιά μαραμένα, σκάνε τα χείλη. Μάτια στις κόγχες Βυθίζονται. Μέσα τους Μικρή σπίθα Ονειρεύεται να γίνει πυρκαγιά Τελευταίος χειμώνας (Πέτρος Στογιάντσης) Ήλιος θαμπός. Δεν αρκεί να με ξυπνήσει, Απ' έναν ύπνο σαν θάνατο. Παλεύω. Γυρνάω πλευρά. Ελπίζω στις μέρες που θα μεγαλώσουν. Πιάνω μαύρο χιόνι. Σφαίρα το στέλνω μακριά. Να σπάσει τα κόκκινα σύννεφα, γαλάζια άνοιξη να ξημερώσει. Η φωνή (Πέτρος Στογιάντσης) Μια εσωτερική φωνή. Άναρθρες κραυγές στο χαρτί στάζουν. Οργισμένη θέλει να πει τόσα, μα την κρατάνε πίσω. Ένα σχοινί τα πρέπει και τα μη. Χειροπέδες η ζωή που προχωράει μας τραβάει σ' άλλες περιπέτειες. Βαρεμάρα γράφει η ταμπέλα κρεμασμένη στο λαίμο. Μα η πιο βαριά αλυσίδα, η ανασφάλεια, την απομυζεί. Και τα πιροσκί με καλαμάρι κάθονται ωμά δίπλα από την φωτιά. Λουλουδένιο τραύμα (Βασιλείας Τσακλή) Θεέ μου, γιάτρεψε το τραύμα της ψυχής και βάλε στη θέση του λουλούδι από μέντα και φεγγάρι. Δώσε τη δύναμη να μην πέσει σε πηγάδι σκοτεινό, να μη μαγαριστεί από το πνεύμα της νύχτας και της λήθης. Προστάτευσέ το από κάθε μάγισσα της σφαίρας Που σκοτώνει καθετί αξιοπρεπές και ονειρικό. Το λουλούδι της ελπίδας που ο έρωτας αστέρι θα το κάνει, θα φέρει το φεγγάρι δίπλα του για μια ζωή. Θα ανοίξει το αρωματικό βιβλίο της πίστης και θα δοθεί ανάσα για μέρες γεμάτες αστέρια της αυγής. Γιατί, όπως η κάθε αυγή λουσμένη με τη δροσιά της κάθε αρχής έτσι και το αστέρι ενωμένο πια με το φεγγάρι θα γεννήσει το λουλούδι της σιωπής. Γιατί το συναίσθημα θα ‘ναι τόσο δυνατό που μόνο η σιωπή μπορεί να το γιατρέψει. Οι λέξεις θα ‘χουν πεθάνει εμπρός στην όψη του παντοτινού φιλιού. Λέξεις του Ανέμου (Δότας Σαρβάνη) Σκίζω τις λέξεις μου το νόημα των ραγισμένων ήχων χωρίς κραυγή χωρίς αντίσταση με μια αγάπη που πνίγει Δεν θα σε χάσω αιωρείσαι στο δίχτυ των τραγουδιών μου σ’ ένα μεθυσμένο ποτήρι που πνίγονται Παρασκευές Στ’ ουρανού μου τα ξέφωτα σμίγεις με τις τελείες των ερωτηματικών με χέρια χωρίς μνήμη που απαρνιούνται τη γνώση του χαδιού Σ’ αλυσοδένω στα μεσάνυχτα της επιφάνειας εκεί που λημεριάζει της βεβαιότητας ο θάνατος που με λαμπαδιάζουν ψευδαισθήσεις Το μέλλον προβλέπεται άγονο χωρίς χρυσές βροχές κι αντίδοτα μετάνοιας Που να πάω δεν ξέρω Τα δέντρα είναι ακίνητα να αφουγκράζονται τις ίδιες ανάσες στο χώμα Αν τα φιλιά σου ήταν φύλλα θα συνταίριαζαν το χαλί του δάσους από σκοτεινά στρώματα στεναγμών για να ξαπλώσω τα λόγια που σκάλωσε ο καημός στα φτερά του ανέμου Για να γονατίσω να καρφώσεις καλύτερα στον ώμο μου μια αναχώρηση Η Ρούλα διάβασε: Τόλης Νικηφόρου «Ίχνη του δέους» Μοναχικό παιδί κάτω απ’ το δέντρο ένας πολύχρωμος χαρταετός που υψώνεται κι αστράφτει μαγικά πάνω απ’ τα κάστρα με ήχους φυσαρμόνικας, με μακρινές φωνές σχεδόν που αγγίζει κάποτε τον ουρανό κι ύστερα χάνεται αργά μες στην ομίχλη ύστερα στροβιλίζεται και πέφτει πέφτει, σκαλώνει, σκίζεται χάνει τα χρώματα και χάνει τα στολίδια του πάνω στα αιχμηρά κλαδιά του χρόνου αυτό είναι η μνήμη ένα μοναχικό παιδί κάτω απ’ το δέντρο βουβό και δακρυσμένο να κοιτάζει Το ωραίο ψέμα κοιτάζω εκστατικά τα θαύματα του κόσμου σκόρπια στα καθημερινά μου βήματα κρυμμένα στ’ ολοφάνερο σε αυτονόητο μεταμφιεσμένα κοιτάζω εκστατικά τα μυστικά και θαύματα ηδονικά διαβάζω λέξη-λέξη το αιώνιο παραμύθι της ζωής κι εγώ ταγμένος να προσθέτω μια φράση εδώ ένα στίχο παρακάτω σαν έτσι να εξορκίζω τον πόνο και τον θάνατο σαν έτσι να πιστεύω το ωραίο ψέμα ένα χάδι ή ένα χαμόγελο πριν σβήσουν όλα στο σκοτάδι Μια άτυχη ζαριά τι όνειρο ήταν κάποτε τι πάθος η περιπέτεια της ζωής η γνώση πάνω απ’ όλα να ταξιδέψουμε να ερωτευτούμε ν’ ανακαλύψουμε τον κόσμο πενήντα χρόνια αργότερα με όλα όσα ζήσαμε με αιώνια αναπάντητα τα εφηβικά μας ερωτήματα και με τη φλόγα που δε λέει να σβήσει δεν έχουμε καταλάβει τίποτα υπήρξαμε ένα τίποτα μια σύμπτωση ένα λάθος ή ένα παραμύθι που ψιθυρίζει η θάλασσα στην άμμο ένα παιχνίδι με σημαδεμένη τράπουλα μια άτυχη ζαριά FERNANDO PESSOA - ΠΟΙΗΜΑΤΑ (13/11/1935) Αμέτρητοι μέσα μας κατοικούν. Αν σκεφτώ ή αισθανθώ κάτι, αγνοώ ποιος είναι αυτός που σκέφτεται ή αισθάνεται. Είμαι ο τόπος μόνο όπου σκέφτηκε ή αισθάνθηκε. Ψυχές περισσότερες από μία έχω. Περισσότερα εγώ από το εγώ το δικό μου. Υπάρχω εν τούτοις, αδιάφορος για όλους. Τους κάνω να σιωπούν: εγώ μιλάω. Διασταυρούμενες οι παρορμήσεις αυτού που νιώθω ή δεν νιώθω. Για το ποιος είμαι ερίζουν. Τις αγνοώ. Τίποτα δεν υπαγορεύουν Στο εγώ που γνωρίζω: εγώ γράφω. Η Ολυμπία διάβασε: Χρήστος Κατρούτσος - Άγρυπνος "Στα όνειρά μου χύθηκε κρασί Και κείνα μέθυσαν Στον ύπνο δεν τα είδα Θα τριγυρνάνε τώρα άσκοπα Τρεκλίζοντας στα όνειρα των άλλων. Κορίτσι στις αποχρώσεις του πελάγους, Είδες τη λίμνη που συνήθως ατενίζω; Μήπως κολύμπησες μέσα της; Πρόσεχε! Έχει τον κυνηγό Πίσω από τους καλαμιώνες Μες στα δικά μου όνειρα . Ακούστηκε κλαγγή Εκπυρσοκρότησε το όπλο. Ήταν η ώρα που σε έπιασα στον ύπνο Ευτυχώς, μονάχα εγώ, Γυρίζοντάς σε στη μεριά μου. Απέφυγες τη σφαίρα Και κείνη στο στήθος μου κοιμήθηκε Ανοίγοντάς του μια πληγή Να χύνεται ολάκερος ο ύπνος. Απόμεινα να σου φυλάγω όνειρα Όπως και τόσοι αγρυπνώντες Καθώς, αν κοιμηθούμε Οι λαθροθήρες τα σκοτώνουν Για κούφιους χαυλιόδοντες. Υπάρχει ακόμη ένα βόλι στη θαλάμη του κυνηγού Να ξέρεις, αγρυπνώ Ώσπου να βγεις στην όχθη της ημέρας Κι ας απλωθεί η νύκτα μες στα μάτια μου Αντέχουμε στο φως ρουφώντας το σκοτάδι." Γιώργος Σαραντάρης - «Μιλώ» Μιλώ γιατί υπάρχει ένας ουρανός που με ακούει Μιλώ γιατί μιλούν τα μάτια σου Και δεν υπάρχει θάλασσα δεν υπάρχει χώρα Όπου τα μάτια σου δε μιλούν Τα μάτια σου μιλούν εγώ χορεύω Λίγη δροσιά μιλούν κι εγώ χορεύω Λίγη χλόη πατούν τα πόδια μου Ο άνεμος φυσά που μας ακούει. Τεύκρος Ανθίας-| Ἐπίλογος ΑΛΗΤΗ! Ἀπόψε εἶν’ ἡ βραδιά τόσο καλή, τόσο καλή. Μπορεῖς νά πᾶς νά κοιμηθεῖς σ’ ἕνα παγκάκι, Ἀλήτη! Πλάτυνε ἡ Σκέψη τή ζωή τόσο πολύ, τόσο πολύ, πόκανε ο άνθρωπος τή Γή κι ὅλο τό Σύμπαν: σπίτι. Δέν ἔχεις δάκρυα νά θρηνεῖς, οὔτε κουράγιο νά πονεῖς, οὔτε κραυγές ὑστερικές νά βγάνεις πέρα ὥς πέρα. Εἶσ’ ἕνα κύμα σιωπηλό μιᾶς τρικυμίας παντοτεινῆς, πού γαληνεύει ἀνήσυχα στήν ἤσυχην ἑσπέρα. Κι ὅταν θά βρεῖς τό λυτρωμό σ’ ἕνα παγκάκι ξαπλωμένος, καί θά σιγήσει ὁ σίφουνας κι ἡ θύελλα τῆς ζωῆς σου, Ἀλήτη! δέ θά πεῖς ποτέ πώς ἤσουν κουρασμένος ἀπ’ τόν ἀγώνα τό σκληρό τῆς ἄρρυθμης ψυχῆς σου. Ἀλήτἡ! Ἀπόψε εἶν’ ἡ βραδιά τόσο καλή, τόσο καλή. Μπορεῖς νά πᾶς νά κοιμηθεῖς σ’ ἕνα παγκάκι, Ἀλήτη! Πλάτυνε ἡ Σκέψη τή ζωή τόσο πολύ, τόσο πολύ, πόκανε ὁ ἄνθρωπος τή Γή κί ὅλο τό Σύμπαν: σπίτι. Η Χρυσούλα διάβασε: Βλαντιμίρ Μαγιακόβσκι – Άτιτλο Η ποίηση είναι ένα ταξίδι Σ’ άγνωστη χώρα. Η ποίηση είναι ταυτόσημη Με την παραγωγή ραδίου. Για μια και μόνο λέξη Λιώνεις χιλιάδες τόνους Γλωσσικό μετάλλευμα. Νικηφόρος Βρεττάκος – Άτιτλο Τι νομίζεις, λοιπόν κατά βάθος η ποίηση είναι μια ανθρώπινη καρδιά φορτωμένη όλο τον κόσμο. Διαβάζοντας ένα ποίημα – Χρίστος Λάσκαρης Διάβαζα ένα ποίημα για την άνοιξη Όταν την είδα να έρχεται από μακριά: Μισή γυναίκα, μισή όνειρο. Κατέβαινε το μονοπάτι κάτω Στεφανωμένη με άνθη κερασιάς. Τότε κατάλαβα τι δύναμη έχουν τα ποιήματα. Νίκος Καρούζος - Διερώτηση για να μην κάθομαι άεργος Ποτέ στ’ αλήθεια δεν το ‘μαθα τι είναι τα ποιήματα. Είναι πληγώματα είν’ ομοιώματα φενάκη, φρεναπάτη; Φρενάρισμα ίσως; ταραχώδη κύματα; τι είναι τα ποιήματα; Είν’ εκδορές απλά γδαρσίματα; είναι σκαψίματα; Είναι ιώδιο; είναι φάρμακα; είναι γάζες επιδέσμοι παρηγόρια ή διαλείμματα; Πολλοί τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα. Εγώ τα λέω ενθύμια φρίκης. Γιάννης Ρίτσος – Σταγόνες φωτός και βροχής (Απόσπασμα) Σταγόνες φωτός και βροχής Είναι ένα φως γύρω μας και μέσα μας, που δε στερεύει Δε χωράει ο πόνος μας μέσα στο φως. Ας τον διώξουμε, θα τον διώξουμε. Όπου και να ψάξεις είναι φως. Το φως κερδίζει απ΄ την αρχή τα χέρια μας. Είναι Άνοιξη πια, δε χωράει η πίκρα μέσα στο φως. Να λες: ουρανός, κι ας μην είναι. Γιάννης Ρίτσος – Δοκιμασία, VΙΙ, 3-7 (Απόσπασμα) Κάθε λουλούδι έχει τη θέση του στον ήλιο κάθε άνθρωπος έχει ένα όνειρο κάθε άνθρωπος έχει έναν ουρανό πάνου από την πληγή του κι ένα μικρό παράνομο σημείωμα της Άνοιξης μέσα στην τσέπη του. Γιάννης Ρίτσος – Ατιτλο Πολλοί στίχοι είναι σαν αργυρές κλωστές δεμένες στα καμπανάκια των άστρων - αν τους τραβήξεις, μια ασημένια κωδωνοκρουσία δονεί τον ορίζοντα. Πολλά ποιήματα μένουν αργά τη νύχτα στην ερημιά βρέχουν κάθε τόσο τα τέσσερα δάχτυλα των στίχων τους σε ένα ρυάκι, ύστερα χάνονται ονειροπαρμένα μες στο δάσος, πνίγονται στο χρυσό πηγάδι της σελήνης- ένα σωστό ποίημα όμως ποτέ δεν καθυστερεί σε μια γωνιά του ρεμβασμού. Είναι πάντα στην ώρα του, λέει παρών στο πρώτο κάλεσμα της εποχής του.