Η Πανούκλα – Αλμπέρ Καμύ
Εκδ. Καστανιώτης / Μετάφραση Νίκη Καρακίτσου – Ντουζέ

Ο πόλεμος -αυτή η «μαύρη πανούκλα»- ξεσπά στην Ευρώπη. Η Γαλλία σπαράζει στις όχθες του Σομ και του Λουάρ, εκατομμύρια οι αιχμάλωτοι στα κρεματόρια. Ο πόλεμος κάνει πιο έντονο τον χωρισμό, την απουσία, την αρρώστια, την ανασφάλεια. Μήπως, όμως δεν είμαστε πάντα υπό απειλήν αποκομμένοι, εξόριστοι, σαρακοφαγωμένοι όπως το φρούτο από το σκουλήκι; Η «Πανούκλα», το δεύτερο μετά τον «Ξένο» μεγάλο μυθιστόρημα του Καμύ, καταγράφει τη συμπεριφορά των ανθρώπων σ’ έναν κόσμο που μοιάζει χωρίς σκοπό και μέλλον, σ’ έναν κόσμο πνιγηρής επανάληψης και μονοτονίας. Κι αυτό που χαρακτηρίζει τους ανθρώπους δεν είναι η αυτοκρατορία της σάρκας τους, αλλά οι σιωπές, οι κρυφές πληγές τους, οι σκιές που ρίχνουν στις προκλήσεις της ζωής.
(Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Πρόκειται για μια αλληγορική ιστορία, όπου ο Καμύ στην ουσία αναφέρεται στη ναζιστική κατοχή και το Ολοκαύτωμα, αλλά και σε οποιαδήποτε απειλή, φυσική ή τεχνητή, που αφορά σε μεγάλο αριθμό ανθρώπων. Είτε πρόκειται για επιδημία, για πόλεμο ή ιδεολογία, που σαν μικρόβιο μπορούν να εξαπλωθούν και να μολύνουν μια ολόκληρη κοινωνία.
Η Πανούκλα γράφτηκε μετά τον Β’ Παγκοσμιο Πόλεμο, υπό το πρίσμα του υπαρξισμού, που κυριαρχεί εκείνη την εποχή, ο Καμύ επιλέγει να ασχοληθεί με μια ανελεύθερη κοινωνία, που έρχεται αντιμέτωπη με μια μεταδοτική και θανατηφόρα ασθένεια.
Για να γράψει την Πανούκλα διάβασε για την Μαύρη Πανώλη, η οποία θεωρείται η πιο καταστροφική στην παγκόσμια ιστορία, με εκατομμύρια νεκρούς σε Ευρώπη, Ασία και Αφρική, την πανούκλα που αφάνισε σχεδόν τον μισό πληθυσμό του Λονδίνου, για τον λοιμό των Αθηνών και την πανούκλα της Κωνσταντινούπολης.
Με τα συστατικά αυτών των τραγικών γεγονότων, ο συγγραφέας καταφέρνει αριστοτεχνικά να πλάσει την πλοκή τις ιστορίας και να μας μεταφέρει στο κλίμα που επικρατεί στην πόλη Οράν της Αλγερίας, όπου εμφανίζεται η πανούκλα.
Ο κύριος χαρακτήρας του βιβλίου, ο γιατρός Μπερνάρ Ριέ, αφηγείται την καθημερινή ζωή και την πάλη για τον περιορισμό της ασθένειας και την επιβίωση. Ο Ριέ, που θέτει τον εαυτό του με αυταπάρνηση και παρά τους κινδύνους, στην υπηρεσία του γενικού καλού, περιγράφει τα πρακτικά προβλήματα που προκύπτουν, όπως την απομόνωση όσων έρχονταν σε επαφή με κρούσμα πανούκλας, την καταμέτρηση των νεκρών, τις μαζικές ταφές και αποτεφρώσεις, τα προβλήματα προμήθειας ειδών πρώτης ανάγκης, τους περιορισμούς μετακινήσεων…
Επίσης μας μεταφέρει την ζοφερή ψυχολογική κατάσταση των συμπολιτών του, που ζούνε σε κλίμα αβεβαιότητας και τρομοκρατίας, με βίαιους χωρισμούς ανθρώπων εντός και εκτός των τειχών και την δυσκολία στην μεταξύ τους επικοινωνία.
Εστιάζει στους χαρακτήρες, που υπό τη θανάσιμη απειλή, υιοθετούν διαφορετικούς τρόπους αντίδρασης και αποτελούν τον καθρέφτη της ανθρώπινης συμπεριφοράς, σε όλες τις κοινωνίες και όλες τις εποχές.
Σε καταστάσεις απομόνωσης, όπου κυριαρχεί ο πόνος και ο θάνατος, οι ψυχολογικές επιπτώσεις που επιφέρει η κατάσταση εκτάκτου ανάγκης και κυρίως ο φόβος οδηγεί σε αμαχητί παραίτηση ή μαχητική αυταπάρνηση, αλλά και σε εγωιστικές συμπεριφορές καιροσκοπισμού και εκμετάλλευσης. Υπάρχουν όμως και αυτοί που μέσα από το βίωμα αλλάζουν στάση, όπως ο παπάς Πανελού, που στην αρχή εκφώνησε από άμβωνος πύρινο λόγο, κατηγορώντας τον απελπισμένο κόσμο και άλλαξε ριζικά μετά τον θάνατο ενός παιδιού.
Σε μία από τις πιο σπαρακτικές σκηνές, όπου περιγράφεται η τρομερή αγωνία για το θάνατο ενός μικρού παιδιού, του γιου του δικαστή Οτόν, ο Ριέ συνομιλώντας με τον Πανελού λέει ‘[…] έχω διαφορετική ιδέα για την αγάπη. Και θ’ αρνούμαι μέχρι θανάτου ν’ αγαπώ ετούτη την πλάση όπου τυραννιούνται τα παιδιά.’
Στο πρόσωπο του Ριέ, αντανακλάται η φιλοσοφία του Καμύ, του επαναστατημένου ανθρώπου, που πιστεύει σε έναν κοινωνικό κώδικα ηθικής και θέτει την αλληλεγγύη πάνω από το προσωπικό του συμφέρον. Δεν επιδιώκει να είναι ήρωας, αλλά Άνθρωπος, με κύριο μέλημά του την ανιδιοτελή προσφορά για την ανακούφιση των συνανθρώπων του και μάχεται με όλες του δυνάμεις για τον σκοπό αυτό. Επιμένει να παλεύει κι ας θεωρείται η προσπάθεια μάταιη. Σε μια συζήτηση με τον Ταρού, αναφερόμενος στην πανούκλα την χαρακτηρίζει «μια ατέλειωτη ήττα» … «Αλλά αυτός δεν είναι λόγος για να μην παλέψουμε».
Στο τέλος της ιστορίας διαβάζουμε: «Ακούγοντας τις κραυγές χαράς που υψώνονταν από την πόλη, ο Ριέ δεν ξεχνούσε ότι τούτη η αγαλλίαση ήταν πάντα υπό απειλή. Γιατί, ακριβώς, γνώριζε αυτό που αγνοούσε εκείνο το χαρούμενο πλήθος, και που μπορούμε να το διαβάσουμε στα βιβλία : ότι δηλαδή ο βάκιλος της πανούκλας δεν πεθαίνει ούτε εξαφανίζεται ποτέ, ότι μπορεί να κοιμάται δεκάδες χρόνια μέσα στα έπιπλα και στα ρούχα, να προσμένει υπομονετικά μέσα στα δωμάτια, στα υπόγεια, στα σεντούκια, στα μαντίλια και στα χαρτιά, κι ότι ίσως θα ερχόταν μια μέρα όπου, προς γνώση και συμμόρφωση των ανθρώπων, η πανούκλα θα ξυπνούσε τα ποντίκια της και θα τα έστελνε να πεθάνουν σε μια ευτυχισμένη πολιτεία».
Παντού και πάντα ελλοχεύει λοιπόν ο κίνδυνος να υπάρξει μια παρόμοια κατάσταση. Όπως ήταν αυτονόητο, η συζήτηση μας οδήγησε σε συγκρίσεις με την πανδημία του κόβιντ που αντιμετωπίσαμε από το 2019. Τα κοινά στοιχεία στην αντιμετώπιση από την πολιτεία και τους πολίτες ήταν εντυπωσιακά πολλά. Ο φόβος και η εκμετάλλευση σταθερά κυρίαρχα. Οι ψυχικές και κοινωνικές επιπτώσεις της πανδημίας και του εγκλεισμού έχουν μακροχρόνιες συνέπειες και αφήνουν έντονο το αποτύπωμά τους.