Αλμπέρ Καμύ – Ο Ξένος

Αλμπέρ Καμύ – Ο Ξένος 

Ο χαρακτήρας του «Ξένου» μας έβγαλε διαφορετικά συναισθήματα. Η φαινομενική απάθειά του, από την πρώτη σελίδα, σε σχέση με τον θάνατο της μητέρας του, εκ πρώτης όψεως εξοργιστική και εντελώς «ξένη» προς τις «φυσιολογικές» αντιδράσεις. Εντοπίσαμε όμως πολλά σημεία, που αποδεικνύουν ότι υπάρχει συναίσθημα και συναίσθηση.

Παρ’ όλα αυτά ο Μερσώ φαίνεται να έχει χτίσει γύρω του ένα τείχος προστασίας. Ζει σε έναν δικό του κόσμο, με έναν εντελώς δικό του τρόπο. Δεν εκδηλώνεται, δεν αντιδρά, δεν μπαίνει σε καλούπια. Η καθεστηκυία τάξη δεν τον αφορά. Οι κοινωνικές επιταγές και οι ύπαρξη των εξουσιών τον απωθούν. Αστυνομία, δικαστήρια, εκκλησία… Έχει τον δικό του κώδικα αξιών. Είναι ηθικός με έναν τρόπο διαφορετικό. Είναι ξένος στον περίγυρό του, στην κοινωνία, ακόμα και στον εαυτό του. Είναι όμως και αληθινός. Δεν υποκρίνεται.

Ζει και ευχαριστιέται μόνο με ότι έχει να κάνει με την φύση και τις φυσικές ανάγκες, η θάλασσα, ένα ηλιοβασίλεμα, ύπνος, φαγητό, σαρκικές απολαύσεις. Όταν νυστάζει κοιμάται, όταν πεινάει τρώει και απολαμβάνει την παρουσία της γυναίκας, την ποθεί, όμως δεν συνδέεται συναισθηματικά.

Αναφέρει, ότι υπάρχουν πράγματα τα οποία δεν θέλει να θυμάται. Ο Καμύ δεν παραθέτει τίποτα σχετικό και έτσι μας αφήνει ένα κενό ως προς του λόγους που τον έκαναν «ξένο». Κατανοούμε όμως, πως πρέπει να ήταν κάτι συνταρακτικό και η συμπεριφορά του είναι ένας μηχανισμός άμυνας.

Είναι ανυπεράσπιστος απέναντι στην υποκρισία. Σε μια δίκη παρωδία, όπου δεν δικάζεται για το αδίκημά του, αλλά κατηγορείται για την γενική του στάση και την θέση του στην κοινωνία.

Ο Μερσώ και την ύστατη στιγμή, αρνείται να υποκύψει στις πιέσεις να συμβιβαστεί, ώστε να γλυτώσει την γκιλοτίνα, γνωρίζοντας το παράλογο της ζωής και το αναπόφευκτο θανάτου. Είναι ένας άνθρωπος ελεύθερος.

«Μπορεί να μην ήμουν πολύ σίγουρος για το τι πραγματικά μ’ ενδιέφερε, αλλά ήμουν απολύτως σίγουρος για το τι δε μ’ ενδιέφερε.»

«Τόσο κοντά στο θάνατο, η μαμά θά ‘πρεπε να αισθανόταν απελευθερωμένη κι έτοιμη να τα ξαναζήσει όλα. Κανείς, κανείς δεν είχε το δικαίωμα να κλάψει από πάνω της. Κι εγώ επίσης, ένιωθα έτοιμος να τα ξαναζήσω όλα. Λες κι αυτός ο τρομερός θυμός με είχε καθαρίσει απ’ το κακό, με είχε αδειάσει από ελπίδα, μπροστά σ’ αυτή τη νύχτα τη φορτωμένη μ’ αστερισμούς κι αστέρια, ξανοιγόμουνα για πρώτη φορά στην τρυφερή αδιαφορία του κόσμου. Διαπιστώνοντας ότι ήταν τόσο όμοιος με μένα, τόσο αδελφικός τέλος, ένιωσα ότι κάποτε ήμουνα ευτυχισμένος, κι ότι συνέχιζα να είμαι ευτυχισμένος. Για να φτάσουν όλα σε μια τελείωση, για να αισθάνομαι λιγότερο μόνος, δε μου μένει παρά να ευχηθώ να έρθουν πολλοί θεατές τη μέρα που θα εκτελεστώ και να με υποδεχτούν με κραυγές μίσους.»

Updated: 16/02/2025 — 01:26