1- Η αληθινή απολογία του Σωκράτη (του Ηρακλή Κακαβάνη)
Δικιά σας η πατρίδα, μα τίποτα δικό σας…
«Η Αληθινή απολογία του Σωκράτη» είναι ένα μνημείο της σύγχρονης πεζογραφίας μας, όπου αποτυπώνεται η δημιουργική αφομοίωση του μαρξισμού και της επαναστατικής προοπτικής και ξεδιπλώνεται σε όλη της την έκταση η βαρναλική σάτιρα. Στο στόχαστρό του η κυρίαρχη ιδεολογία, όπως αυτή εκφράζεται στην πολιτική, στην κοινωνία, στη θρησκεία και στη φιλοσοφία. Μια ανελέητη σάτιρα – κριτική του αστικού καθεστώτος, των κούφιων αξιών, θεσμών και νόμων.
Ο Βάρναλης ,καλός γνώστης της αρχαίας ελληνικής ιστορίας, χρησιμοποιεί το Σωκράτη και την Αθηναϊκή Δημοκρατία για να δείξει τη σαπίλα της ταξικής κοινωνίας και να προβάλει την επαναστατική προοπτική. «(…) ο Βάρναλης βρήκε έναν καλλιτεχνικό τρόπο, για να δείξει πόσο διαφορετικός είναι ο κόσμος, που θέλει να φτιάξει ο κομμουνιστής, από τον αστικό κόσμο της κοινωνικής εκμετάλλευσης. Αξιοποιώντας τη μαρξιστική αρχή περί ανατροπής – και όχι της απλής διόρθωσης του κόσμου – του άρεσε να «συνομιλεί» με παλαιότερα κείμενα»1.
Στη δική του εκδοχή της απολογίας, ένας διαφορετικός από τον αρχαίο φιλόσοφο Σωκράτης βρίσκεται αντιμέτωπος με την αλήθεια. Δεν απολογείται. Κατηγορεί.
Ο ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ
Ο πλατωνικός Σωκράτης πιστεύει ότι είναι αθώος, όπως αθώοι είναι και οι δικαστές. Ούτε οι νόμοι φταίνε, ούτε η Δικαιοσύνη των οποίων το κύρος είναι αναμφισβήτητα. Ο Πλάτωνας υψώνει σε παράδειγμα τον Σωκράτη για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε το θάνατο: Έδειξε σεβασμό προς τη δικαιοσύνη και συνέπεια προς τη συνείδησή του.
«Ο πλατωνικός Σωκράτης, σκεφτόμουνα, να έχει πεποίθηση πως είναι αθώος. Μα και για τους δικαστές του, που τόνε θανατώσανε άδικα, έχει την ιδέα πως είναι κι αυτοί… αθώοι. Δε φταίνε οι νόμοι, δε φταίει η δικαιοσύνη. αυτωνών η αξία, το κύρος κι η δύναμη είναι παντού και πάντα η ίδια, είναι απόλυτη! Δε φταίνε κι οι άνθρωποι. Φταίει η ‘’περασμένη’’ σκέψη τους. Γι’ αυτήν ο Σωκράτης έχει όλη τη φιλοσοφική του συγκατάβαση. ‘’Ουδείς κακός’’. Αν ξέρανε οι δικαστές του κι οι συκοφάντες του πως τον αδικούνε, δε θα τον αδικούσανε. Γι’ αυτό απολογιέται με τόσην αξιοπρέπεια, με τόση γαλήνη. Όλο λοιπόν το ζήτημα γι’ αυτόν είναι όχι να σώσει τη ζωή του, μα να σώσει τις ιδέες του, την υπερβατική τους αλήθεια, το κύρος της εξουσίας των απάνου στον κόσμο και στο χρόνο.
Φαντάζεται πως έπεσε θύμα της άγνοιας των ανθρώπων. Λίγο ακόμα και θα έλεγε ‘’πάτερ, άφες αυτοίς. ου γρα οίδασι τι ποιούσι’’ (…)»2.
Κώστας Βάρναλης (1884-1974)
Ο ΒΑΡΝΑΛΙΚΟΣ
Ο Βάρναλης ανατρέπει αυτή την εικόνα και μας δείχνει τον Σωκράτη να συνειδητοποιεί την ταξική φύση του δικαίου. Σε αντίθεση με τον πλατωνικό Σωκράτη ,που αγνοεί την αιτία της καταδίκης του, ο βαρναλικός ξέρει ότι αυτή είναι αποτέλεσμα της πολιτικής σκοπιμότητας, ότι η Δικαιοσύνη είναι όργανο ταξικής βίας και εκμετάλλευσης, όπως οι θεοί, η ιδεολογία και η φιλοσοφία.
Δεν παραποιείται ο ιστορικός Σωκράτης. «Τη σκέψη του και τη δράση του την άφησα, όπως τις θέλησε ο Ξενοφώντας και ο Πλάτωνας. Τον έκανα μονάχα να αλλάξει στα τελευταία του. Να ξυπνήσει απότομα από το τράνταγμα της θανατικής του καταδίκης και να ιδεί ξαφνικά τον κόσμο …ανάποδα. Όπως το έπαθε (κατά τα ιερά κείμενα) ο Σαύλος, όταν έγινε …Παύλος. Με τη διαφορά, πως ο Σαύλος ‘’μετέπεσε’’ από τον παροξυσμό της μιανής μυστικοπάθειας στον παροξυσμό μια αλληνής. Ενώ ο Σωκράτης ο δικός μου ‘’έπεσε’’ απλούστατα από τα σύννεφα του ηθικού του απολυταρχισμού κάτου στο …πεζοδρόμιο της πιο αμείλιχτης πραγματικότητας».
Ο Σωκράτης αφού έχει ακούσει την καταδίκη του απολογείται και κατηγορεί τους διεφθαρμένους εκπροσώπους της κοινωνίας αυτής, την τυφλή δικαιοσύνη της, τους άρχοντες που δυναστεύουν το λαό, τη θρησκοκαπηλία, την υποταγμένη διανόηση, αλλά και το λαό για την παθητικότητα και μοιρολατρία του, ενώ μόνο αυτός πρέπει και μπορεί να καθαρίσει όλη την «κόπρο του Αυγείου», για να γίνει πραγματικά δική του αυτή η πατρίδα, δικά του τα αγαθά που αυτός παράγει και «μαζεύονται σε λίγα χέρια», για να γίνουν «όλος ο εαυτός του κι η ψυχή του δικά του».
ΚΑΤ΄ ΕΠΙΦΑΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
Η Αθηναϊκή Δημοκρατία ήταν μια ταξική κοινωνία, μια κοινωνία πλούσιων και φτωχών, που στην ακμή της την εποχή του Περικλή ήταν μια ιμπεριαλιστική δύναμη. Αυτή η δημοκρατία μετά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο βρίσκεται σε παρακμή. «Ο Βάρναλης δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην παθογένεια της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, όχι τόσο γιατί ήθελε τάχα να αποδομήσει την εξιδανικευμένη εικόνα της αρχαίας Ελλάδας, αλλά γιατί ήθελε να καταγγείλει τη σύγχρονή του δημοκρατία, τη ‘’δημοκρατία του ιδιώνυμου’’ και των διαφόρων στρατιωτικών κινημάτων, που είχαν ευτελίσει την έννοια του πολίτη και διαφθείρει το δημόσιο βίο της χώρας προετοιμάζοντας τη διχτατορία της 4ης Αυγούστου. Ήθελε να σατιρίσει τη νεοελληνική αθλιότητα, να καυτηριάσει την Ελλάδα της αντίδρασης και την ιδεολογική αλλοτρίωση των μαζών, της ‘’κοινής γνώμης’’ του κοπαδιού, των ‘’προδομένων Ελλήνων’’ θυμάτων της κυρίαρχης ιδεολογίας. Για τον Βάρναλη η αρχαία δημοκρατία της παρακμής, όπως και η σύγχρονη αστική δημοκρατία, ήταν μια φενακισμένη δημοκρατία, μια κατ’ επίφαση δημοκρατία»3.
Στα Φιλολογικά του απομνημονεύματα που δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα «Ανεξάρτητος» ο Βάρναλης εξηγεί πώς «γεννήθηκε στο κεφάλι μου και με ποιο σκοπό γράφτηκε η ‘’Αληθινή απολογία του Σωκράτη». Είμαστε στα 1924, καλοκαίρι, στο Παρίσι όταν ο Βάρναλης στα πλαίσια της συντροφιάς διαβάζει Πλάτωνα («Φαίδωνα»), Αριστοφάνη και Ραμπελαί. Όταν τον επόμενο χρόνο
(1925) ξαναπήγε στο Παρίσι θέλησε να συνεχίσει με την «Απολογία του Σωκράτη».
«(…) σε μια βραδιά το χαρήκαμε όλο . Κι ύστερα; Ύστερα μου έγινε τρυπάνι στο κεφάλι. Έβαλα σε κίνηση όλον τον εσωτερικό μου κόσμο.
Τα ηχηρά γέλια και τα τσουχτερά φαρμάκια του Αριστοφάνη για την παλιά δημοκρατία, η ανοιχτόκαρδη σάτιρα του Ραμπελαί για τη γουρουνιά των καλογέρων, η ψηλή νότα της σωκρατικής σκέψης μπροστά στο άμαθο δικαστήριό του, οι κανονιές του παγκόσμιου πολέμου (…), ο κυνισμός των ιδεολόγων του πατριωτισμού (…), τα τύμπανα της προλεταριακής επανάστασης, που όλο και ζυγώνανε κοντύτερα (…)»
1 Γεωργία Λαδογιάννη: «Η φωνή των κειμένων. Ο Βάρναλης διαβάζει Πλάτωνα, Αριστοφάνη και Ραμπελαί. Η αληθινή Απολογία του Σωκράτη». «Ριζοσπάστη», Κυριακή 28 Μάρτη 1999
2 Κώστας Βάρναλης «Φιλολογικά Απομνημονεύματα», εκδόσεις «Κέδρος», 1981
3 Γιάννη Πλάγγεση «Κώστας Βάρναλης, ιστορικός υλισμός, κριτική της θρησκείας, πολιτική και ιδεολογία: αναφορά στην Αληθινή απολογία του Σωκράτη». Από την έκδοση των πρακτικών του Επιστημονικού Συνεδρίου του ΚΚΕ «Κώστας Βάρναλης Φως που πάντα καίει», Σύγχρονη Εποχή», 1912).
* Ο Ηρακλής Κακαβάνης είναι συγγραφέας –δημοσιογράφος
2_ Σύμφωνα με το Γιώργο Βελουδή
Η Αληθινή απολογία του Σωκράτη είναι μια παρωδία, μια «αντιστροφή» του «αντίστοιχου» έργου του Πλάτωνα.
Απότομο ξύπνημα
Το δικό του «Σωκράτη» ο Βάρναλης τον κυοφορούσε ήδη από τη δεύτερη (1924) και την τρίτη (1926/27) «αυτοεξορία» του στη Γαλλία και φέρει κατά τη στιγμή της γέννησής του (Αθήνα 1931) τα γονίδια του νέου πνευματικού του πατέρα: μια σπάνια σύνθεση μιας ευρύτατης κλασικής και μοντέρνας παιδείας (ο Βάρναλης ήταν ταυτόχρονα κλασικός φιλόλογος και νεοελληνιστής) και σύγχρονης ιστορικοπολιτικής εμπειρίας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Βάρναλης ήταν ένας κριτικός αναγνώστης του Πλάτωνα, ένας εμπνευσμένος μεταφραστής του Αριστοφάνη (και των Νεφελών του) και είχε παρακολουθήσει ως κριτικότατος «παρατηρητής» την κρίση των αστικών-καπιταλιστικών καθεστώτων στην Ελλάδα και την Ευρώπη από τον πρώτο μεγάλο Πόλεμο (1914/18) ως τη Μικρασιατική Καταστροφή (1919/22) και την πανευρωπαϊκή προέλαση των «εθνικών» φασιστικών δικτατοριών.
Ο «Σωκράτης» του Βάρναλη και Ο «Σωκράτης» του Μπρεχτ
(Το Βήμα 08/07 και 16/09/2001)
Γιώργος Βελουδής, καθηγητής της Νεοελληνικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.
Ο «Σωκράτης» του Βάρναλη (του Γιώργου Βελουδή)
Ο Σωκράτης (469-399 π.Χ.) είναι ίσως το μόνο ιστορικό πρόσωπο και ασφαλώς ο μόνος φιλόσοφος από το χώρο του «ευρωπαϊκού πολιτισμού», που πέρασε πολύ πρώιμα από την ιστορία στο μύθο. Αυτό δεν οφείλεται τόσο στη σχετική ελλειπτικότητα των εξακριβωμένων βιογραφικών του στοιχείων, όσο στην ολική έλλειψη που παρατηρείται στη γραπτή παράδοση του ίδιου του φιλοσοφικού του έργου.
Αυτή ακριβώς η μυθοποίηση του Σωκράτη υπομόχλευσε και τη «λογοτεχνοποίησή» του, το πέρασμά του από τη φιλοσοφία στη λογοτεχνία. Την αρχή είχε κάνει βέβαια, όσο ζούσε ακόμα ο ήρωάς του, ο Αριστοφάνης με τις Νεφέλες (423 π.Χ.), ένα έργο πολιτικής-κοινωνικής σάτιρας, στο οποίο ο συντηρητικός κωμωδιογράφος χρησιμοποιεί τον πρώτο πραγματικά αθηναίο φιλόσοφο ως άλλοθι για την πολεμική του κατά των ξενόφερτων ιδεολογικών αντιπάλων του: των σοφιστών, των εισηγητών της διαλεκτικής.
Ενώ η όψιμη αρχαιότητα και ολόκληρος, δυτικός και βυζαντινός, Μεσαίωνας βλέπουν τον εαυτό τους στον καθρέφτη του αριστοφάνειου «Σωκράτη», η Αναγέννηση και, προπαντός, ο Διαφωτισμός ανακαλύπτουν το δικό τους «Σωκράτη»: τον πρωτοπόρο υπέρμαχο του Ορθού Λόγου εναντίον του θρησκευτικού και του εγκόσμιου Δογματισμού· εξοχότερο δείγμα αυτού του νεότερου Διαφωτιστή είναι ο αντικληρικαλιστής «Σωκράτης» (Socrate, 1759) του Βολταίρου.
Οι συγγραφείς του 19ου και του 20ού αιώνα ενσωμάτωσαν στον αρχικό μύθο του Σωκράτη πολλούς δευτεραγωνιστές της ιστορικής βιογραφίας του, για να εκφράσουν την πιο ετερογενή προβληματική του (μικρο)αστικού κοινού τους, όπως λ.χ. την αντίθεση μεταξύ Αισθητικής και Ηθικής (Σωκράτης-Αλκιβιάδης / Σωκράτης-Περικλής) ή το θέμα του έρωτα (Σωκράτης-Ασπασία) και του γάμου (Σωκράτης-Ξανθίππη).
Απότομο ξύπνημα
Το δικό του «Σωκράτη» ο Βάρναλης τον κυοφορούσε ήδη από τη δεύτερη (1924) και την τρίτη (1926/27) «αυτοεξορία» του στη Γαλλία και φέρει κατά τη στιγμή της γέννησής του (Αθήνα 1931) τα γονίδια του νέου πνευματικού του πατέρα: μια σπάνια σύνθεση μιας ευρύτατης κλασικής και μοντέρνας παιδείας (ο Βάρναλης ήταν ταυτόχρονα κλασικός φιλόλογος και νεοελληνιστής) και σύγχρονης ιστορικοπολιτικής εμπειρίας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Βάρναλης ήταν ένας κριτικός αναγνώστης του Πλάτωνα, ένας εμπνευσμένος μεταφραστής του Αριστοφάνη (και των Νεφελών του) και είχε παρακολουθήσει ως κριτικότατος «παρατηρητής» την κρίση των αστικών-καπιταλιστικών καθεστώτων στην Ελλάδα και την Ευρώπη από τον πρώτο μεγάλο Πόλεμο (1914/18) ως τη Μικρασιατική Καταστροφή (1919/22) και την
Η Αληθινή απολογία του Σωκράτη είναι μια παρωδία, μια «αντιστροφή» του «αντίστοιχου» έργου του Πλάτωνα.
Ο «Σωκράτης» του Βάρναλη και Ο «Σωκράτης» του Μπρεχτ
(Το Βήμα 08/07 και 16/09/2001)
Γιώργος Βελουδής, καθηγητής της Νεοελληνικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.
Κείμενο της καθηγήτριας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Γεωργίας Λαδογιάννη, από το «Ριζοσπάστη» (28/3/1999).
Η φωνή των κειμένων
Ο Βάρναλης διαβάζει Πλάτωνα, Αριστοφάνη και Ραμπελαί.
Η αληθινή Απολογία του Σωκράτη
Ο Βάρναλης στα 1931 εκδίδει το πεζογράφημά του “Η αληθινή απολογίατου Σωκράτη”, το οποίο αποτελεί ένα κορυφαίο σημείο της καλλιτεχνικής του ωριμότητας. Την ίδια εποχή, σταθεροποιούνται οι μαρξιστικές του προσλήψεις και ο συναφής ιδεολογικός και πολιτικός του προσανατολισμός. Είδαμε και σε παλιότερο άρθρο μας ότι ο Βάρναλης βρήκε έναν καλλιτεχνικό τρόπο, για να δείξει πόσο διαφορετικός είναι ο κόσμος, που θέλει να φτιάξει ο κομμουνιστής, από τον αστικό κόσμο της κοινωνικής εκμετάλλευσης. Αξιοποιώντας τη μαρξιστική αρχή περί ανατροπής – και όχι της απλής διόρθωσης του κόσμου – του άρεσε να “συνομιλεί” με παλαιότερα κείμενα. Ο σκοπός του ήταν να δείξει την ανάποδη, να δούνε οι αναγνώστες του την άλλη όψη. Κάτω από την αστραφτερή του σκέψη και τη χυμώδη σατιρική του ευλυγισία, τα πράγματα που αποτελούν το ευαγγέλιο του ταξικού κόσμου γέρνουν και συντρίβονται, γιατί μας έδειξε πόσο κάλπικα ήταν.
Η Αληθινή Απολογία του Σωκράτη είναι ένα άριστο δείγμα αυτής της τεχνικής. Ο Βάρναλης χρησιμοποιεί υλικό από έργα του Πλάτωνα, που μας πληροφορούν για τις τελευταίες στιγμές του Σωκράτη (Φαίδων, Κρίτων,Απολογία). Σε εκείνα τα έργα του, ο Πλάτωνας υψώνει σε παράδειγμα τονΣωκράτη για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε το θάνατο: Εδειξε σεβασμό προς τη δικαιοσύνη και συνέπεια προς τη συνείδησή του. Ο Βάρναλης ανατρέπει αυτή την εικόνα και μας δείχνει τον Σωκράτη να συνειδητοποιεί ότι η τιμωρία του (η θανάτωσή του με κώνειο) είναι συνεπής εφαρμογή των νόμων του δικού του φιλοσοφικού συστήματος. Και έτσι, γίνεται ο ίδιος το θύμα του άδικου “Δικαίου” της κοινωνίας, που ο ίδιος είχε σ’ όλη του τη ζωή υπηρετήσει.
Εκτός από τον Πλάτωνα, στην αληθινή απολογία, ο Βάρναλης “διαλέγεται” και με δύο ιδιοφυίες του κωμικού: Τον Αριστοφάνη (“Νεφέλες”) και τον Ραμπελαί (“Γαργαντούας και Πανταγκρουέλ”). Μαζί τους μιλάει την ίδια γλώσσα: Της σάτιρας, της ελευθεροστομίας, του σαρκασμού, του κεφιού και του πληθωρικού γέλιου. Οπως μας λέει ο ίδιος ο Βάρναλης στα Απομνημονεύματά του, η πρώτη κοινή ανάγνωση όλων των παραπάνω, του Πλάτωνα, του Αριστοφάνη και του Γάλλου του 16ου αιώνα (του Ραμπελαί) και η ιδέα να τους βάλει να “συνεργάζονται” σε ένα δικό του έργο συμβαίνει στα 1924 και 1925, όταν βρίσκεται στο Παρίσι. Η αφορμή αυτής της σκέψης του, μας αποκαλύπτει ο ίδιος, ήταν οι δυο συνταρακτικές εμπειρίες: Του Παγκοσμίου Πολέμου και της προλεταριακής επανάστασης. Ας ακούσουμε τη χαρακτηριστική βαρναλική γλώσσα να μας τα αφηγείται:
“Τα ηχηρά γέλια και τα τσουχτερά φαρμάκια του Αριστοφάνη για την παλιά δημοκρατία, η ανοιχτόκαρδη σάτιρα του Ραμπελαί για τη γουρουνιά των καλογέρων, η ψηλή νότα της σωκρατικής σκέψης μπροστά στο άμαθο δικαστήριό του, οι κανονιές του παγκόσμιου πολέμου (…), ο κυνισμός των ιδεολόγων του πατριωτισμού (…), τα τύμπανα της προλεταριακής επανάστασης, που όλο και ζυγώνανε κοντύτερα (…)”.
Οταν τα γράφει αυτά (1935), έχει μεσολαβήσει μία ακόμα μεγάλη εμπειρία. Είναι ο αντιφασιστικός αγώνας των κομμουνιστών της Ευρώπης εναντίον των καθεστώτων χιτλερικού τύπου, που επέβαλε ο καπιταλισμός σε μια σειρά από χώρες. Μια μεγάλη στιγμή εκείνου του αντιφασιστικού αγώνα ήταν η δίκη της Λειψίας (1933), που αθώωσε τους αντιφασίστες και αποκάλυψε την προβοκάτσια του Ράιχσταγκ. Οι διώξεις των αγωνιστών δίνουν μια ακόμα αφορμή στον Βάρναλη να βρει αναλογίες με τη δίκη και την καταδίκη του Σωκράτη. Η εμφάνιση και η ομιλία στη δίκη των Γερμανών και Βουλγάρων κομμουνιστών έδωσαν στον Βάρναλη την εικόνα του επαναστάτη και, τότε, θα ξαναθυμηθεί τον Σωκράτη του Πλάτωνα και την “πειθαρχημένη” στάση του. Οι επαναστάτες γίνανε “κατήγοροι”, ενώ ο αρχαίος φιλόσοφος ποτέ δεν κατάλαβε τη σκοπιμότητα των διωκτών του, που, μάλιστα, τους θεωρούσε θύματα πλάνης. Μας λέει ο Βάρναλης:
“Ο πλατωνικός Σωκράτης ξέρει βέβαια πολύ καλά πως αυτός δεν είναι “εμπρηστής”. Κι έχει τη συνείδησή του αναπαυμένη. Αρα… δεν ξέρει τίποτα. Δεν ξέρει τίποτα από τη βαθύτερη σημασία της δίκης του: Δεν ξέρει ούτε υποψιάζεται πως “εμπρηστής” είναι το κράτος που τον δικάζει. Ενας όμως ματεριαλιστής Σωκράτης, ένας Σωκράτης συνειδητός επαναστάτης, θα ήξερε κατά βάθος και κατά πλάτος τον ταξικό ρόλο της δικαιοσύνης στα κοινωνικά καθεστώτα του παρασιτισμού (…) και δε θα γελιόντανε ούτε για τα ελατήρια της δίκης ούτε για το σκοπό της θανάτωσής του”.
Έτσι, ο Βάρναλης συλλαμβάνει και δημιουργεί το δικό του Σωκράτη, “ματεριαλιστή” και “επαναστάτη”. Με βάση τα βιβλία που αναφέραμε (των αρχαίων συγγραφέων και της γαλλικής σατιρικής παράδοσης) αλλά, κυρίως, με το νόημα που έδιναν στα βιβλία οι πολιτικές εμπειρίες (του πολέμου, της σοσιαλιστικής επανάστασης και του αντιφασιστικού αγώνα των κομμουνιστών), ο Βάρναλης φτιάχνει έναν μονόλογο, τον μονόλογο του Σωκράτη μπροστά στο δικαστήριο. Είναι η Απολογία του. Μόνο που τώρα είναι μια “Απολογία – Καταγγελία”, ίδια με εκείνη που απευθύνει ο κάθε αγωνιστής απέναντι στο καθεστώς της ταξικής υποκρισίας. Είναι χαρακτηριστική η καταγγελία της δήθεν Δημοκρατίας των δικαστών του:
“Τι; Ημουνα επικίντυνος στη Δημοκρατία! Επικίντυνος εγώ και σεις δημοκρατία!.. Μα τους επικίντυνους, ω άντρες Αθηναίοι, δεν τους δικάζουνε (…). Ενας επικίντυνος μήτε δικάζεται μήτε κι απολογιέται… Δικάζει και θανατώνει. Γιατί κατέχει την εξουσία! Και μοναχά σαν τήνε χάσει, τότε μπορεί να τόνε δικάσετε, αν σας βαστάει… κι αν τόνε πιάσετε! Επικίντυνος ήταν ο Πεισίστρατος (…) θα γινότανε κι ο Αριστείδης, αν ήτανε λιγότερο “δίκαιος” και περισσότερο παλιάνθρωπος. Οι τέτοιοι σας κλέβουνε, σας σκοτώνουνε (…). Και σεις μιλιά! Κι αν εγώ, αντίς ν’ αεροκοπανάω στο παζάρι, σκότωνα καμιά σαρανταριά χιλιάδες από σας και θρόνιαζα τους οχτρούς στο Τατόι, για ν’ αρπάζουνε τα ζωντανά σας, να κόβουνε τα λιόδεντρα και τ’ αμπέλια σας, να καίνε τα χωράφια σας και σεις να ψοφάτε κλεισμένοι μέσα στο Κάστρο κι από πείνα κι από λοιμική, κι αν εξόριζα μερικές χιλιάδες από σας, τους πιο πλούσιους, για να βουτήξω την περιουσία τους, κι αν ανοίγοντας τις πόρτες της πολιτείας έμπαζα μέσα τους Παλιομωραϊτες, τους Ατζέμηδες κι όποιον άλλον κερατά, για να με καθίσουνε στο σβέρκο σας για σωτήρα, ποιος θα τολμούσε να κάνει κιχ! – όχι να με δικάσει; Ολ’ οι τυχοδιώκτες θα τρέχανε δίπλα μου και θα γινόταντανε λιβανιστάδες μου. Κι οι “καλοί πατριώτες” θα χτυπούσανε το ξερό τους στον τοίχο, που δεν προλάβανε να κάνουν αφτοί χειρότερα και να πλουτίσουνε περισσότερο. Οχι! Δε φοβηθήκατε το Σωκράτη, μα θελήσατε να φοβίσετε τους άλλους με το θάνατό του. Η δημοκρατία σας δε στέκεται καλά στα πόδια της”.


