
Τσαρλς Μπουκόβσκι – Ταχυδρομείο
Ο Τσαρλς Μπουκόβσκι γεννήθηκε το 1920 στη Γερμανία και μεγάλωσε στο Λος Άντζελες.
Το όνειρό του να γίνει συγγραφέας ναυαγεί σύντομα, καθώς τα πρώτα του διηγήματα δεν κερδίζουν αναγνώριση.
Παρατάει το γράψιμο για «10 μεθυσμένα χρόνια», όπως έλεγε ο ίδιος.
Στα τέλη της δεκαετίας του ‘70 άρχισε να γράφει ποίηση. Ούτε τώρα αναγνωρίστηκε στη Αμερική, όμως στην Ευρώπη έγινε διάσημος.
Γύρω στο 1969, ο εκδότης John Martin, που θαύμαζε την δουλειά του Μπουκόφσκι αρχίζει να του δίνει 100$ το μήνα για το υπόλοιπο της ζωής του, ώστε να ασχοληθεί αποκλειστικά με την συγγραφή. Έτσι, ο Μπουκόφσκι παραιτείται σε ηλικία 49 ετών από το ταχυδρομείο: «Έχω μία από τις δύο επιλογές: να παραμείνω στο ταχυδρομείο και να τρελαθώ ή να μείνω εκεί έξω, να το παίξω συγγραφέας και να πεθάνω της πείνας. Αποφάσισα να πεθάνω της πείνας». Λιγότερο από ένα μήνα μετά, γράφει το πρώτο του βιβλίο, το Ταχυδρομείο (Post Office), το οποίο κυκλοφόρησε το 1976.
(Πηγή: https://tvxs.gr/news/prosopa/tsarls-mpoykofski-o-syggrafeas-toy-perithorioy)
Το Ταχυδρομείο θεωρείται το πιο αυτοβιογραφικό έργο του. Έχοντας ζήσει ο ίδιος στο περιθώριο, κατάφερε να αποτυπώσει με ρεαλιστική ωμότητα τους χαρακτήρες και τα βιώματά τους.
Το alter ego του, ο Χένρι Τσινάτσκι, αφηγείται σε ημερολογιακό στυλ την ζωή του.
Πρόκειται για έναν γυναικά, πότη και τζογοδάρο αμερικανό υπάλληλο ταχυδρομείου. Ενός ψυχικά ευνουχισμένου περιθωριακού τύπου, ο οποίος σιχαίνεται την δουλειά του. Ζει σε έναν φαύλο κύκλο, αφού αναγκάζεται να δουλεύει, ώστε να μπορεί να πίνει, να τζογάρει και να κυνηγάει γυναίκες…
Ο Τσινάτσκι πίνει για να ξεχνάει και να μην νιώθει. Τζογάρει για να νιώθει με την έκσταση ζωντανός και ερωτεύεται για να νιώθει άνθρωπος.
Περιγράφει με ιδιαίτερα γλαφυρό και αθυρόστομο τρόπο τις σχέσεις μεταξύ των χαρακτήρων του. Επικρίνει τις εργασιακές συνθήκες, τις συναδελφικές και τις σχέσεις εξουσίας και κατ’ επέκταση το πολιτικό σύστημα, το οποίο δημιουργεί ένα κοινωνικό μοντέλο, που υποδουλώνει τον άνθρωπο, στερώντας του τα όνειρα και την ελπίδα για μια διαφορετική ζωή.
Πίσω από τις βωμολοχίες, κρύβεται η ευαισθησία και μια υφέρπουσα δύναμη που διατρέχει τις σελίδες. Είναι μια σπαρακτική κραυγή ζωής, που εμπεριέχει την μοναξιά, τον βαθύ πόνο που προκαλεί η αδυναμία να ξεφύγει και να απελευθερωθεί από τον αυτοκαταστροφικό τρόπο ζωής του και κατ’επέκταση την υπαρξιακή αγωνία.
Αποσπάσματα:
«Θεέ μου! Δεν αντέχω!» έλεγε.
Και ήταν ένας μεγάλος, δυνατός αγριάνθρωπος. Η χρήση των ίδιων μυών ξανά και ξανά ήταν πολύ κουραστική. Πονούσα παντού. Στο τέλος του διαδρόμου καθόταν ένας προϊστάμενος, ένας άλλος Στόουν, και είχε εκείνο το ύφος στο βλέμμα – μάλλον το κάνουν πρόβα στον καθρέφτη, όλοι οι προϊστάμενοι, γιατί είχανε το ίδιο ύφος: σε κοίταζαν λες και ήσουν ένας σωρός από ανθρώπινα σκατά. Κι ωστόσο είχανε ξεκινήσει και εκείνοι από τα ίδια γραφεία. Κάποτε ήταν και αυτοί μεταφορείς ή υπάλληλοι. Δεν μπορούσα να το καταλάβω. Ήταν γρανάζια που τα είχαν επιλέξει επί τούτου.
……
Μια μέρα ήμουν σε ένα μπαρ ανάμεσα σε κούρσες και είδα αυτή τη γυναίκα. Ο Θεός ή κάποιος άλλος συνεχίζει να φτιάχνει γυναίκες και να τις ρίχνει στους δρόμους, κι ετούτης ο κώλος είναι πολύ μεγάλος και της άλλης τα βυζιά πολύ μικρά κι ετούτη είναι τρελή και η άλλη ανισόρροπη κι αυτή είναι θρήσκα και η άλλη διαβάζει τα φυλλαράκια του τσαγιού, κι ετούτη δεν μπορεί να κρατήσει τις κλανιές της και η άλλη έχει μεγάλη μύτη, κι αυτή έχει ξυλοπόδαρα…
Κάπου κάπου όμως έρχεται μια γυναίκα σε πλήρη άνθηση, μια γυναίκα έτοιμη να σκάσει από το φόρεμά της… ένα σεξουαλικό πλάσμα, μια κατάρα, το τέλος των πάντων.