Διαδικτυακή Συνάνηση 24_04_2021

Διαδικτυακή Συνάντηση 24_04_2021
 
Η Ομάδα Δημιουργικής Ανάγνωσης της Λέσχης Πολιτισμού Φλώρινας με την ευκαιρία των εορτών του Πάσχα συναντήθηκε διαδικτυακά και διάβασε ποιήματα και πεζά. 
 
Η Χρυσούλα διάβασε:
 
Αιώνια αναμονή  (Χρυσούλας Νεδέλκου)
Εν αναμονή
Της χαρμόσυνης είδησης
Εν αναμονή
Της αναστάσεως
Που δεν έρχεται
Κι ας αναγγέλλεται
Με καμπανοκρουσίες
Και ιερές κραυγές
Εν αναμονή πάντα
Σισύφεια πορεία ο Γολγοθάς
Εν αναμονή
Εις τους αιώνας των αιώνων
 
 
Κώστας Βάρναλης, Ανάσταση – απόσπασμα από το ποίημα «Γυναίκα»
 
«Άκου τον ξάστερο ουρανό, πώς οι καμπάνες σιούνε.
Όπου καρδιά, χαρμόσυνες λαχτάρες απαντούνε.
               
Ανάστασ’ είναι σήμερα. Παιδιά, γυναίκες, γέροι
κόκκινο αυγό στην τσέπη τους, χρυσό κερί στο χέρι.
 
Όσ’ άστρα ναι στον ουρανό, τόσα στον κάμπο κρίνα.
Όλ’ έχουνε στην καθαρή ψυχήν Απρίλη μήνα.
 
Της εκκλησιάς φουντώσανε δάφνη πολλήν οι στύλοι.
Ειρήνη! Ειρήνη! Φιληθήτε οχτροί μαζί και φίλοι.»
 
 
Νίκος Καρούζος (ΜΟΝΟΛΕΚΤΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΟΛΙΓΟΛΕΚΤΑ)
Με τι βιασύνη προχωρεί ο Ιησούς
εφέτος
προς την Ανάσταση…
Παραμερίζει πανέρια τεράστια
γιομάτα βιολέτες
σπρώχνει τους αέναους
παπάδες
τινάζει νευρικά προς τα πίσω
τη μαλλούρα του
το γεγονός είν’ ολοφάνερο: βαρέθηκε
 
 
Νίκος Καρούζος, «Πάσχα 1987» (Οιδίπους τυραννούμενος και άλλα ποιήματα)
 
«Λαμπρύνομαι ως άτομο μα όχι
στην ολότητα•
η λάμψη όμως
εκπηγάζει από κείνη των ψυχών
τη σύναξη
που διαφεντεύει γαλαζοπράσινο.
Αποφεύγω τα μηνύματα
κι αποφεύγω τ᾽ αυτοκίνητα.
Είμαι διαβάτης~ επιβάλλομαι
στην κίνηση.»
 
 
ΝΙΚΟΣ Κ Α Ρ Ο Υ Ζ Ο Σ, «Το Πάσχα των Πιστών»
 
“Κύριε λάμπρυνόν μου την στολήν της ψυχής.
Άστρα και χώμα σε βαστάζουν….
Μεριάζουν άφωνα τα σκότη και διαβαίνεις,
ανέγγιχτη τον κόσμον αγγίζει μουσική
και της καρδιάς τα πέταλα ροδίζουν,
άνθος όμορφο ζεσταίνεται στον ήλιο.
Λευκάνθηκαν οι άνθρωποι στο αίμα του αρνίου.
Θεέ μου ανέρχεσαι λυπημένος,
αν και για όραση εξακολουθείς να έχεις τη συγχώρηση.
Ω θλίψη των ματιών του Κυρίου μου,
της αιωνιότητας ο κάματος,                  
έχω πολύ συνεργήσει για να υπάρχεις,
είναι πολύ σ᾽ εμένα το μερίδιο της ανομίας.
Ανοίγει ένα τριαντάφυλλο, πάω και το ρωτώ:
Πού έκρυψαν τον ήλιο;
Πλησιάζω τη θάλασσα και της λέω:
Είσαι βαθειά και με τα μυστικά μεγάλη σου η σχέση.
Λυτρώνεται ο άνθρωπος;
Απαντά το λουλούδι: «Θα χαθούμε»
κι η θάλασσα με αχ αναταράζεται.”
 
 
 
Κική ΔΗΜΟΥΛΑ, «Πάσχα προς Σούνιο»
 
«Η θάλασσα ψύχραιμη και ασύσπαστη
λες κι απ’ τις άκρες της σφιχτά
την έπιασ’ η στεριά και την τεντώνει.
Στην άκρη του γκρεμού,
που συγκρατεί το θέαμα,
ευωδιάζει ο ίλιγγος
κατρακυλούν αυτοκτονίες…
 
Αριστερά, η εποχή,
Σε μια ακατάσχετη επιφοίτηση χρωμάτων.
Κι εκεί, προσκυνητάρι κατηφές,
έναν Χριστό, μη αναστάντα προφανώς, εγκλείει.
Γιατί στεφάνι εκ πλαστικού
επάνω του ακόμη ξεχασμένο
το πάθος της σταυρώσεως παρατείνει.
Περί διαγενομένου του Σαββάτου,
Μαγδαληνής, Σαλώμης, και αρωμάτων
ιδέαν δεν έχει.
Σύμπτωσις:
Κι απ’ την καρδιά μου ο λίθος
Ουκ αποκεκύλισται
Ην γαρ μέγας σφόδρα.»
 
 
 
Ο Πέτρος διάβασε:
Κικη Δημουλα, “Μεγαλη Πεμπτη”, από τη συλλογή «Ήχος απομακρύνσεων» (2001)
 
Γοερά το βλέπω ετοιμάζεσαι
για την Ανάστασή σου.
 
Την πιστεύω αλλά με θλίβει
όπως μάς θλίβουν γοερά
και κάτι άλλα θαύματα που
επαληθεύτηκαν αλλόκοτα:
με το μη μένοντας κοντά μας
όπως μη μένοντας από μεθαύριο Εσύ.
 
Να αναστηθείς βεβαίως
ποιος νεκρός δεν το θέλει
ποιος υποψήφιος.
Αλλά να έμενες κάτω, εδώ
να μένεις ο πλησίον μας.
 
Όσα μάς έταξες το είδες
δε γίνονται εκεί πάνω
εν μέσω πολυάσχολων ιλίγγων
και στροβιλισμών της Αναλήψεώς σου.
 
Θέλουνε γη αυτά τα πράγματα
πετρώδη ακανθόσπαρτη
γι’ αυτό και την διεξήλθες τόσον αιματηρά
ίνα άρεις -Συ είπας-
όσα χάσαμε επ’ αυτής.
 
Δε γίνεται τουλάχιστον να μένεις
μία βδομάδα εδώ και μια στο πατρικό σου;
Θαύμα μεγάλο είσαι πια μπορείς
να επιβληθείς στη διανομή σου.
Πώς πηγαινοέρχονται καθημερινά
από εδώ εκεί από κει εδώ
η ζωή και ο θάνατος.
 
Όχι όχι μη μου μιλάς για τις αόρατες
συνεχείς εκείνες παρουσίες. Είδαμε
σε τι μαρτύριο ψαύσεως τυφλής μάς υπέβαλαν.
 
Μεγάλωσα όχι θέλω ξεκάθαρους πια
ορατούς λογαριασμούς
 
ή σε αγγίζω Ιησού
ή Ανασταίνεσαι δια παντός από κοντά μου.
 
 
 
Κωστής Παλαμάς – “Ανάσταση”
 
“Ανάσταση κι αγάπη λαμπερή,
κάθε καμπάνα χαρωπά σημαίνει
και ξημερώνει μέρα και φορεί
στολή μ’ αστέρια κ’ άνθια κεντημένη…
και μέσα στην καρδιά μου μυστικά
νιώθω να ξημερώνει μια ημέρα,
με κάλλη πλέον μαγικά,
απ’ όσα είναι στη γη και στον αιθέρα.”
 
 
Γιάννης Βαρβέρης – «Εσπερινός της αγάπης»
 
 
Η πόλη με οβελίες αλλού γιορτάζει.
Σταθμός Πελοποννήσου
κι απομεσήμερο του Πάσχα σε παγκάκι
μόνον εσύ κι εγώ καθόμαστε, μητέρα.
Είμαστε γέροι πια κι οι δυο
κι εγώ αφού γράφω ποιήματα
πιο γέρος.
Αλλά πού πήγανε τόσοι δικοί μας;
Μέσα σε μια βδομάδα
δεν απόμεινε κανείς.
Ήταν Μεγάλη βέβαια
γεμάτη πάθη, προδοσίες, σταυρώσεις-
θέλουν πολύ για να υποκύψουν οι κοινοί θνητοί;
Έτσι ακριβώς, από τα Βάγια μέχρι σήμερα
θα ’πρεπε κάπως να ’χαμε κι εμείς χωρέσει.
Όμως το Πάσχα τέλειωσε, μητέρα.
Κι εμείς τι θ’ απογίνουμε
σ’ ένα παγκάκι
αθάνατοι
καθώς νυχτώνει;
 
 
 
Στέλιος Σπεράντσας –  «Ανάσταση»
 
Η Ανάσταση. Και γέμισε χαρά,
λουλούδισε η ψυχή μου σαν το κρίνο.
Κι ανοίγω της λαχτάρας τα φτερά,
ψηλά μες στης αυγής τα φωτερά
γαλάζιο ένα αστροφώς κι εγώ να γίνω.
Ανάσταση. Τα σήμαντρα χτυπούν.
Κι όλα τα δένδρα ανθίζουν πέρα ως πέρα.
Στον κόσμο αυτό ας μάθουν ν᾿ αγαπούν
όσοι το μίσος έσπειραν κι ας πουν
“Χριστός Ανέστη ετούτη την ημέρα”.
 
 
Οι πόνοι της Παναγιάς (Κώστα Βάρναλη)
 
Που να σε κρύψω γιόκα μου
να μη σε φτάνουν οι κακοί
σε ποιο νησί του ωκεανού
σε πια κορφή ερημική.
 
Δε θα σε μάθω να μιλάς
και τ’ άδικο φωνάξεις
ξέρω πως θα ‘χεις την καρδιά
τόσο καλή τόσο γλυκή
που μες τα βρόχια της οργής
ταχειά, ταχειά θε να σπαράξεις.
 
Συ θα ‘χεις μάτια γαλανά
θα ‘χεις κορμάκι τρυφερό
θα σε φυλάω από ματιά κακή
και από κακό καιρό
 
Από το πρώτο ξάφνιασμα
της ξυπνημένης νιότης
δεν είσαι εσύ για μάχητες
δεν είσαι εσύ για το σταυρό
εσύ νοικοκερόπουλο
όχι σκλάβος, όχι σκλάβος ή προδότης
 
Κι αν κάποτε τα φρένα σου
το δίκιο φως της αστραπής
κι αν η αλήθεια σου ζητήσουνε
παιδάκι μου να μην τα πεις
 
Θεριά οι ανθρώποι δεν μπορούν
το φως να το σηκώσουν
δεν είναι η αλήθεια πιο χρυσή
απ’ την αλήθεια της σιωπής
χίλιες φορές να γεννηθείς
τόσες, τόσες θα σε σταυρώσουν



 
Ν. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ –  «Μαγδαληνή»

«Ω Κύριε, εγώ ‘μαι που έσπασα σα μυρογιάλι
στα ιερά σου πόδια την καρδιά μου, και τα ολόξανθα
μακριά μαλλιά μου εγώ τ’ ανέμισα στις τρέμουλες,
σκυφτές των Αποστόλων κεφαλές, σα φλάμπουρο!
Εγώ ‘μαι που όντας όλοι οι εδικοί μακριάθε
κοιτώντας το σταυρό σε κλαίγαν σκορπισμένοι,
στεκόμουν στο πλευρό σου παραστάτης, κι όρθια
στα χέρια μου εδεχόμουν, στην ποδιά, στο πρόσωπο,
πηχτό, ζεστό, σαν όμπρο θερινό, το γαίμα σου!
Κ’ έκραζα: Ανοίξου γης, ποτίσου γης, σκιρτήστε
σα σπόροι αθάνατοι στο χώμα, ώ πεθαμένοι!
Χριστέ, κι αν όλοι σ’ αρνηθούν, δε θα πεθάνεις!
Γιατί στον κόρφο μου το αθάνατο νερό
κρατώ και σε κερνώ, και κατεβαίνεις πάλι
στη γης, και περπατάς μαζί μου στα χωράφια,
βολές σωπαίνοντας γλυκά, βολές ταΐζοντας
το Λόγο τον καλό στα πεινασμένα πλήθη».
 
 
Η Κατερίνα διάβασε:
«Εαρινή Συμφωνία» – ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ
 
«Άκου τα σήμαντρα
των εξοχικών εκκλησιών.
Φτάνουν από πολύ μακριά
από πολύ βαθιά.
Απ’ τα χείλη των παιδιών
απ’ την άγνοια των χελιδονιών
απ’ τις άσπρες αυλές της Κυριακής
απ’ τ’ αγιοκλήματα και τους περιστεριώνες
των ταπεινών σπιτιών.
 
Άκου τα σήμαντρα
των εαρινών εκκλησιών.
Είναι οι εκκλησίες
που δε γνώρισαν τη σταύρωση
και την ανάσταση.
 
Γνώρισαν μόνο τις εικόνες
του Δωδεκαετούς
που ‘χε μια μάνα τρυφερή
που τον περίμενε τα βράδια στο κατώφλι
έναν πατέρα ειρηνικό που ευώδιαζε χωράφι
που ‘χε στα μάτια του το μήνυμα
της επερχόμενης Μαγδαληνής.
 
Χριστέ μου
τι θα ‘τανε η πορεία σου
δίχως τη σμύρνα και το νάρδο*
στα σκονισμένα πόδια σου;».
 
 
Ε Ξ Ο Δ Ο Σ  του Τάσου Λειβαδίτη
H τελετή γινόταν στη μεγάλη σάλα, μόλις μ’ είχαν ξεκρεμάσει απ’ το ηλιοβασίλεμα, με τύλιξαν μ’ ένα σεντόνι, μα οι πληγές φάνηκαν στον τοίχο, το πλήθος συνωστίζονταν στις σκάλες, ζητούσε ν’ αναστηθώ, μα εγώ έπρεπε να μείνω αγνός από θαύματα, και κρυβόμουν πίσω απ’ τα παλτά των ξένων στο διάδρομο, τρώγοντας τα φύλλα από παλιά ημερολόγια,
    το ξημέρωμα ήταν ωχρό πίσω απ’ τις μπουκάλες, βγήκα στο δρόμο και γονάτισα στον πρώτο περαστικό, «γιατί το ‘κανες;» με ρωτούσε ο Θεός, «είναι ο καιρός της βασιλείας μου, Kύριε, πώς ν’ αρνηθώ;» και τότε ο Θεός μού ‘βαλε στο χέρι αυτό το κλειδί, έτσι μπορώ τώρα ν’ ακούω ήρεμος το ανελέητο βήμα πίσω απ’ τον τοίχο, αθέατος μέσα σε όποια θεία εικόνα.
    Ήμουν τόσο μονάχος, που τα σκυλιά που με γάβγισαν στο δρόμο ανέβαιναν τώρα μαζί μου στον ουρανό.
Κικής Δημουλά, «Πάσχα στο φούρνο»
 
Βέλαζε το κατσίκι επίμονα βραχνά.
Άνοιξα το φούρνο με θυμό τί φωνάζεις είπα
σε ακούνε οι καλεσμένοι.
Ο φούρνος σου δεν καίει, βέλαξε
κάνε κάτι αλλιώς θα μείνει νηστική
χρονιάρα μέρα η ωμότητά σας.
Έβαλα μέσα το χέρι μου. Πράγματι.
Παγωμένο το μέτωπο τα πόδια ο σβέρκος
το χορτάρι η βοσκή τα κατσάβραχα
η σφαγή.
[πηγή: Κική Δημουλά, Ενός λεπτού μαζί, Ίκαρος, Αθήνα 2010 (7η έκδοση), σ. 40]
 
 
Η Ρούλα διάβασε:
 
Πάσχα – Σταύρωση – Ανάσταση
 
 
Η Λαμπρή των Ελλήνων.
Η σημασία της Ανάστασης και της Λαμπρής, της μεγάλης και ιδιαίτερα ξεχωριστής για τον Έλληνα γιορτής, καταγράφεται και αποκαλύπτεται στην ελληνική Λογοτεχνία.
Η Ανάσταση που έρχεται ως κάθαρση μετά από τις ημέρες περισυλλογής και πένθους για τις «χαμένες μάχες», τα τεράστια λάθη, τους αναξιοπρεπείς συμβιβασμούς, την υποταγή στο φόβο και τις απώλειες.
«Διότι για τον Έλληνα η Ανάσταση και η Λαμπρή είναι διπλή και τρίδιπλη γιορτή μέσα στο χρόνο. Του Θεανθρώπου και της ψυχής του, της Φύσης και της φύσης του, της Πατρίδας του και του Έθνους. Στην Ελλάδα, όλα την Άνοιξη ανασταίνονται. Ρεαλιστικά και μεταφορικά.» 
Ο Καραγάτσης για το θάνατο της μητέρας του :
 
Πεθαίνεις, είπε μέσα του. Αποχαιρετάς με μάτια ολάνοιχτα τη Ζωή και προχωρείς στο Μεγάλο Ύπνο που ξυπνημό δεν έχει. Κι αυτή την υπέρτατη στιγμή, συλλογίστηκες τον ύπνο το δικό μου, τον ύπνο το μικρό κ’ ευτελή που θα χάσω για να προσκυνήσω το θάνατό σου. Είσαι μητέρα απ’ την κορφή ώς τα νύχια. Μητέρα ώς το θάνατο. Και δεν στοχάστηκες πως μόλις πεθάνεις, σε λίγη ώρα, θα πάω να κοιμηθώ. Πως έχω μέρες και μέρες μπροστά μου για να κερδίσω τον ύπνο που μ’ έκανες να χάσω πεθαίνοντας. Θυμάσαι τι μου είπες όταν θάβαμε την Αγγέλα; «Ο άνθρωπος είναι θεριό». Θεριό ο γονιός στο θάνατο του παιδιού του. Τέρας το παιδί στο χάρο του γονιού. Η κτηνωδία της ζωής είναι υπέροχη…
 
Επιτάφιος – Γιάννης Ρίτσος
 
 
Μέρος Ι: Ο Θάνατος: Το πρώτο μέρος ξεκινάει με τη μάνα, που διαπιστώνει πως ο γιος της είναι νεκρός:
 
«Γιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδούλα τῆς καρδιᾶς μου,
πουλάκι τῆς φτωχιᾶς αὐλῆς, ἀνθὲ τῆς ἐρημιᾶς μου,
πῶς κλείσαν τὰ ματάκια σου καὶ δὲ θωρεῖς ποὺ κλαίω
καὶ δὲ σαλεύεις, δὲ γρικᾷς τὰ ποὺ πικρὰ σοῦ λέω;»
 
Μέρη VI, VII, VIII: Ο Θρήνος: Στο έκτο, έβδομο και όγδοο μέρος αρχίζει ο θρήνος της μάνας.
 
«Μέρα Μαγιοῦ μοῦ μίσεψες, μέρα Μαγιοῦ σὲ χάνω,
ἄνοιξη, γιέ, ποὺ ἀγάπαγες κι ἀνέβαινες ἀπάνω»[…]
 
«Πῶς θὰ γυρίσω μοναχή στὸ ἐμραδιακό καλύβι;
Ἔπεσε ἡ νύχτα στὴν αὐγή καὶ τὸ στρατί μοῦ κρύβει»[…]
 
«Κανείς μὴ γγίξει ἀπάνω του, παιδί μου εἶναι δικό μου.
Σιωπή∙ σιωπή∙ κουράστηκε, κοιμᾶται τὸ μωρό μου.»[…]
 
«Ποιός μοῦ τὸ πῆρε; Ποιός μπορεῖ νὰ μοῦ τὸ πάρει ἐμένα;
Ἄσπρισαν τὰ χειλάκια του, τὰ μάτια του κλεισμένα.»[…]
 
«Ποῦ πέταξε τ’ ἀγόρι μου; ποῦ πῆγε; ποῦ μ’ ἀφήνει;
Χωρίς πουλάκι τὸ κλουβί, χωρίς νεράκι ἡ κρήνη.»[…]
 
«Δέν ἔμενες, καρδοῦλα μου, στ’ ἄσπρο μικρούλι σπίτι,
νὰ σ’ ἔχω σάν ἀφέντη μου, νὰ σ’ ἔχω σάν σπουργίτι.»
 
 
Μέρη XVIII, XIX, XX: Η Ανάσταση: Στα τελευταία μέρη του έργου έρχεται η Ανάσταση και η μητέρα παίρνει τη θέση του γιου της, δίπλα στους συντρόφους του:
 
«Κι ἂν δέ λυγάω σὲ προσευχή, τὰ χέρια κι ἄν δέν πλέκω,
γιέ μου, τὸ ξέρεις, πιο ἀπὸ πρίν τώρα κοντά σου στέκω.»[…]
«Νἆχα τ’ἀθάνατο νερό, ψυχή καινούρια νἆχα
νὰ σοὔδινα, νὰ ξύπναγες γιὰ μιά στιγμή μονάχα»
 
«Νὰ δεῖς, νὰ πεῖς, νὰ τὸ χαρεῖς ἀκέριο τ’ὄνειρό σου
νὰ στέκεται ὁλοζώντανο κοντά σου, στὸ πλευρό σου.»[…]
 
«Κ’ οἱ λύκοι ἀποτραβήχτηκαν καὶ κρύφθηκαν στὴν τρούπα
– μαμούνια ποὺ τὰ σάρωσε βαρειά τοῦ ἐργάτη ἡ σκοῦπα –»[…]
 
 
«Γιέ μου, στ’ ἀδέλφια σου τραβῶ καὶ σμίγω τὴν ὀργή μου,
σοὺ πῆρα τὸ ντουφέκι σου – κοιμήσου, ἐσύ, πουλί μου.»
 
 
 
Κι ο θάνατος δεν είναι παρά ένα φύλλο που έπεσε για να θρέψει ένα φύλλο που ανεβαίνει.
 
-Ρίτσος-
 
Μικρός Θρήνος – Νάνος Βαλαωρίτης
 
Γράμματα που έγραψε στο βλέμμα τους η αγάπη
Όνειρα που κέντησαν στον ύπνο τους οι αράχνες
Ο θάνατος σαν ύφασμα σύρθηκε ανάμεσά τους
Έσβησαν έτσι τα λαμπρά τους μάτια σαν λυχνάρια
Το δέρμα τους που ήταν σφιχτό σαν το πανί στον άνεμο
Δεν νιώθει πια τη ζεστασιά που χύνουν τα κορμιά
Σαν ημερομηνίες τα ονόματά τους
Όμως καθώς χαμογελάς χαμογελούν ακόμα
Τα βήματά τους αντηχούν μέσα στα βήματά μας
Και στην καρδιά μας νιώθουμε το χτύπο της καρδιάς τους.
 
 
Η Ευρυκόμη  – Διονύσιος Σολωμός
 
“Θάλασσα, πότε θέλ’ ιδώ την όμορφη Ευρυκόμη;
Πολύς καιρός επέρασε και δεν την είδα ακόμη;
Πόσες φορές κοιτάζοντας από το βράχο γέρνω
και τον αφρό της θάλασσας για τα πανιά της παίρνω!
 
Φέρ’ τηνε, τέλος, φέρ’ τηνε”. Αυτά ο Θύρσης λέει,
και παίρνει από τη θάλασσα και τη φιλεί και κλαίει•
και δεν ηξέρει ο δύστυχος οπού φιλεί το κύμα
εκείνο, που της έδωσε και θάνατο και μνήμα.
Updated: 17/05/2021 — 00:07