Διαδικτυακή Συνάντηση 4_04_2021

Η Ομάδα Δημιουργικής Ανάγνωσης της Λέσχης Πολιτισμού Φλώρινας διάβασε ποιήματα και πεζά για τον Χρόνο και την Άνοιξη (με την ευκαιρία της αλλαγής της ώρας σε θερινή και της Άνοιξης).
 
 
Ο Πέτρος διάβασε:
 
 
Άνοιξη  ( Κώστας Καρυωτάκης)
 
Έφτασ’ η ώρια Άνοιξη -το λεν τα χελιδόνια-
κι ο σκυθρωπός Χειμώνας εκίνησε να φύγει·
του στέλνει κείνη λούλουδα, αυτός της ρίχνει χιόνια,
και με τ’ αθώο γέλιο της τα δάκρυά του σμίγει.
 
Στο γαλανό παλάτι του ο Φοίβος τριγυρίζει
και, χύνοντας, αφόβιστα ολόχρυσες αχτίδες,
σ’ ό,τι στο δρόμο του βρεθεί το χρώμα του χαρίζει
κι αφήνει πίσω του χαρά και άσβεστες ελπίδες.
 
Τα δέντρα πρασινίσανε και γιόμισαν λουλούδια·
του πιστικού ακούγεται η γέρικη φλογέρα
να σιγολέει άφταστα κάθε πρωί τραγούδια,
και τα πουλιά να κελαηδούν τον ύμνο τους στη μέρα.
 
Παντού ξεχύνετ’ η χαρά. Μόνον εσύ, μικρή μου,
βλέπεις τις τόσες ομορφιές με μάτια δακρυσμένα.
Έλα να βρεις παρηγοριά στ’ ολόθερμο φιλί μου!
Επρόβαλε η Άνοιξη! Ξέχνα τα περασμένα!
 
 
 
επίσης από το λογοτεχνικό ημερολόγιο των εκδόσεων κέφαλος για το 2021 διάβασε τα δύο παρακάτω:
 
21 μάρτη  (Κυριάκος Δοσαράς)
 
θέλησα να κόψω ένα τριανταφυλλάκι
από τον κήπο της ποίησης.
 
Να σας το προσφέρω
έτσι λιοστάλαχτο καθώς είναι
μήπως και τρέψουμε το γκρίζο τ’ ουρανού και των ανθρώπων
σε άτακτη φυγή.
 
Μήπως και τα καταφέρουμε.
 
Κάθε λουλούδι κι ένας στίχος
κάθε άγγιγμα και μια ελπίδα
κάθε μυρωδιά
και μια ενατένιση αιωνιότητας.
 
Κι αν του χρόνου δεν είμαι εδώ
ανθάκι φρέσκο ν’ αποθέσω
στα μεταξένια σας μαλλιά
και στο πέτο σας
να καρφιτσώσω ανέγγιχτη την άνοιξη
απλά εσείς, που και που να με θυμάστε.
 
Σαν την ποίηση
που όταν την έχουν ανάγκη οι άνθρωποι
τρέχουν ανυπόμονοι να ξεφυλλίσουν τα φυλλοκάρδια της.
 
 
Άνοιξη  (Βασίλης Τσερέλης)
 
Ανοιξιάτικος ήλιος
Χαϊδεύει το δέρμα σου
αναγέννηση
ανθίζει το σώμα σου
Πανδαισία
μυρωδιές και χρώματα
μαζεύω τα πολύτιμα άνθη σου
θα τα βάλω στο βάζο μου
θα τα ποτίζω με τους ήχους
του έρωτα
του πάθους
της έκστασης
θα τα κρατήσω ζωντανά
ως τον επόμενο χειμώνα
ως το θάνατο!
 
 
 
 
Η Αγάπη διάβασε:
 
 
 Την Άνοιξη αν δεν την βρεις, την φτιάχνεις  ( Οδυσσέας Ελύτης)
Ναι την φτιάχνεις.
Κάθε φορά από την αρχή.
Όλο και πιο ζωντανή.
Όλο και πιο ποτισμένη.
Ναι την φτιάχνεις.
Με εκείνα τα χρώματα που σημαίνουν αρμονία.
Και με εκείνες τις λέξεις που δηλώνουν αρχή.
Ναι την φτιάχνεις.
Με εκείνο το φως, που μπορεί να σου δώσει Παράδεισο.
Και με εκείνα τα λουλούδια που μυρίζουν ζωή.
Ναι την φτιάχνεις.
Με εκείνο το άρωμα της αθάνατης, Ελπίδας.
Και με εκείνη την Πίστη που θα σε κάνει να μην φοβηθείς.
Ναι την φτιάχνεις λοιπόν.
Με υλικά αγνά για την ψυχή σου.
Και με στιγμές απλές που χαρίζουν αιώνιες χαρές.
Και με ανθρώπους λιτούς και ευθείς.
Που σε ακούν στην σιωπή.
Και δεν έχουν ανάγκη τα λόγια για εξηγήσεις.
Ναι την φτιάχνεις.
Με εκείνα τα όνειρα που θα σε γεμίσουν υποσχέσεις.
Και με εκείνα τα χαμόγελα που θα σου δείξουν πως πρέπει να ζεις.
Διότι, αν δεν κουβαλάς την Άνοιξη μέσα σου, πρέπει να μάθεις να την χτίζεις.
Από το χειρότερο σκοτάδι στο πιο λαμπερό φως.
Μην την αφήσεις ποτέ να φύγει.
Διότι, όσο πιο δυνατά μπαίνει αυτή, τόσο πιο εύκολα διώχνει τους χειμώνες από την καρδιά σου.
Να την αγαπάς την Άνοιξη.
Όχι μόνο για τα όμορφα και τα ανάλαφρα ρούχα που φοράς.
Μήτε για τους καταγάλανους ουρανούς που σου δωρίζει.
Αλλά για την Αναγέννηση που σε κάνει να ζεις.
Εκείνον τον γλυκό αέρα που δροσίζει την ψυχή σου.
Και εκείνον τον ήλιο που σου χαρίζει ζεστασιά.
Να της δίνεις γεύση λοιπόν.
Σαν εκείνη την βαριά και γλυκιά, που μόνο ο Έρωτας μπορεί να δώσει.
Και μην στεναχωριέσαι αν ξαφνικά χαθεί ή απλά δεν σου έρθει.
Διότι, την Άνοιξη αν δεν την βρεις, την φτιάχνεις.
 
 
 
Κ. Π. Καβάφης – Απ’ τες Eννιά

«Δώδεκα και μισή. Γρήγορα πέρασεν η ώρα
απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα,
και κάθισα εδώ. Κάθουμουν χωρίς να διαβάζω,
και χωρίς να μιλώ. Με ποιόνα να μιλήσω
κατάμονος μέσα στο σπίτι αυτό.

Το είδωλον του νέου σώματός μου,
απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα,
ήλθε και με ηύρε και με θύμισε
κλειστές κάμαρες αρωματισμένες,
και περασμένην ηδονή— τι τολμηρή ηδονή!
Κ’ επίσης μ’ έφερε στα μάτια εμπρός,
δρόμους που τώρα έγιναν αγνώριστοι,
κέντρα γεμάτα κίνησι που τέλεψαν,
και θέατρα και καφενεία που ήσαν μια φορά.
Το είδωλον του νέου σώματός μου
ήλθε και μ’ έφερε και τα λυπητερά•
πένθη της οικογένειας, χωρισμοί,
αισθήματα δικών μου, αισθήματα
των πεθαμένων τόσο λίγο εκτιμηθέντα.
Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασεν η ώρα.
Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασαν τα χρόνια.»
 
 
 
 
Η Ρούλα διάβασε:
 
 
            Οδ. Ελύτης –  Χρόνος δεσμώτης και χρόνος λυόμενος
 
(απόσπασμα)
 
ΤΟΝ ΕΚΛΕΙΣΑΜΕ σ ‘ένα μικρό κουτί μεταλλικό που τ’ ονομάσαμε «ωρολόγιον», και ησυχάσαμε. Όμως αυτό το κλασικό τικ τακ που απασχολούσε τους παλαιούς μυθιστοριογράφους μπορεί να είναι μέτρηση, μπορεί και διαμαρτυρία. Τίνος είναι, ο ένας του άλλου, δεσμώτης; Ποιος μας έδωσε το δικαίωμα να κάνουμε τον ήλιο τον ανίδεο μετρητή μας; Και τι’ ναι τα ημερονύχτια; κέρματα που τα ρίχνουμε σ’ ένα τρύπιο κουμπαρά;
 
Οι σοφοί, μερικοί σοφοί τουλάχιστον, διατείνονται ότι ο χρόνος δεν υπάρχει. Άλλοι το αντίθετο. Ας τα βρούνε μεταξύ τους. Εμείς, που δεν διαθέτουμε παρά τις γνώσεις ενός μέτριου μαθητή λυκείου, ας τα πούμε αλλιώς. Απλοϊκά. Όσο απλοϊκός είναι κι ο τρόπος που βλέπουμε να προσπαθούν οι περισσότεροι ν’ αντιμετωπίσουν και να εξουδετερώσουν τον υποθετικό τους εχθρό, που τον φαντάζονται να καραδοκεί σε κάποια γωνία το πέρασμά τους, μ’ ένα σακούλι, γεμάτο ρυτίδες και λευκά μαλλιά, στο χέρι. Αξίζει να τους ιδούμε.
 
Υπάρχουν, εν πρώτοις, οι εκατομμυριούχοι των βιωμάτων, που με απανωτές περιπέτειες, ταξίδια, γάμους, επιχειρήσεις, δολοπλοκίες, μυστικές συμφωνίες και τα παρόμοια ζητούν να τον γεμίσουν, να τον στουμπώσουν σε τέτοιο σημείο, που κυριολεκτικά να μη βρίσκει τρόπο να υποδηλώσει την παρουσία του• να ‘ναι σαν να μην αφορά τουλάχιστον τη δική τους περίπτωση. Στο άλλο άκρο υπάρχουν οι μοναχικές υπάρξεις, οι ασκητές, οι στυλίτες στο είδος τους, που του αρνούνται την τροφή κι αισθάνονται ότι έτσι του έχουν αφαιρέσει κάθε υπόσταση• ότι ζούνε χωρίς να υπάγονται στους δικούς τους νόμους. Τέλος, υπάρχουμε κι εμείς, οι άλλοι, που βαυκαλιζόμαστε προς στιγμήν με την ιδέα ότι εάν δεν υπήρχε ο χρόνος θα μπορούσαμε να ‘μαστε οι αιώνιοι νεόνυμφοι μιας άγνωστου ταυτότητας ευτυχίας. Ύστερα, το βάζουμε κάτω, και κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε.
 
Κανείς μας δεν έδειξε την πρόθεση να τον κτυπήσει στο αδύνατο σημείο του, που είναι η συμβατική του υπόσταση, αυτή που εμείς οι ίδιοι του προσδώσαμε απλώς για να διευκολύνει τις καθημερινές μας συναλλαγές….
 
(Ο. Ελύτης, Εν λευκώ, Ίκαρος)
 
 
 
Νάνσυ Δανέλη – Ούτε δυο στιγμές. 
 
Κι αν περπατώ στους δρόμους 
που άλλοι πριν 
τους περπάτησαν. 
 
Κι αν τον αέρα ανασαίνω 
που άλλοι πριν 
από μένα ανάσαιναν. 
Ούτε οι δρόμοι ίδιοι 
ούτ΄ ο αέρας 
ούτε δυο στιγμές εγώ
 
 
Η Χρυσούλα διάβασε:
 
 
Πέρα από το χρόνο – Κλείτος Κύρου
 
Ακόμα κι όταν οι αγάπες τελειώνουν
ο χρόνος προχωρεί.
Στη στιλπνή του επιφάνεια αφήνεις αποτυπώματα διαμπερή
πάντα ευανάγνωστα για τους ειδικούς που αποτιμούν το κόστος»
 
Προσανατολισμοί – Ο. Ελύτης
 
Ο χρόνος είναι γρήγορος ίσκιος πουλιών
Τα μάτια μου ορθάνοιχτα μες στις εικόνες του
Γύρω απ’ την ολοπράσινη επιτυχία των φύλλων
Οι πεταλούδες ζουν μεγάλες περιπέτειες…
 Γλυκιά περιπέτεια
Γλυκιά Η Ζωή.
 
 
Το Θλιμμένο Γραμματοκιβώτιο – Τάσος Λειβαδίτης
 
Ο χρόνος, σκέφτομαι, ίσως είναι μια αργοπορημένη τιμωρία
– για ποιο πανάρχαιο σφάλμα!
Βράδιαζε. Άνοιξα το παράθυρο κι αφουγκράστηκα μακριά το αιώνιο παράπονο του κόσμου.
Έτσι συνήθως χάνουμε τα πιο ωραία χρόνια μας,
από ‘να τίποτα: ένα αύριο που άργησε ή ένα λυκόφως που κράτησε πολύ.
 
 
25η ραψωδία της Οδύσσειας – Τάσος Λειβαδίτης
 
…Αηδίες— ο χρόνος έγινε για να κυλάει,
οι έρωτες για να τελειώνουν,
η ζωή για να πηγαίνει στο διάολο
κι εγώ για να διασχίζω το Άπειρο με το μεγάλο διασκελισμό
ενός μαθηματικού υπολογισμού,
μονάχα όποιος τα διψάει όλα
μπορεί να με προφτάσει,
ό,τι ζήσαμε χάνεται,
γκρεμίζεται μέσα στο σάπιο οισοφάγο του χρόνου
και μόνο καμιά φορά,
τις νύχτες,
θλιβερό γερασμένο μηρυκαστικό τ’ αναμασάει η ξεδοντιασμένη μνήμη,
όσα δε ζήσαμε αυτά μας ανήκουν…»
 
 
Αν – Φώτης Αγγουλές
 
Είν’ ένα δάσος γύρω μας συρματοπλέγματα ψηλά
κι έχουν απ’ έξω κλείσει
την ανοιξιάτικια χαρά που μας χαμογελά.
 
Πίσω απ’ το σύρμα βλέπουμε την όμορφη τη δύση
και τη γλυκιάν Αυγή,
εμείς που τόσον είχαμε τη Λευτεριά αγαπήσει.
 
Άραγε, από το σύρμα αυτό, που το’ χουμε ποτίσει
με τόσα δάκρυα κι αίματα, αν κάποια μέρα ανθίσει,
τί λούλουδο θα βγει;
 
 
Νίκος Καρούζος
 
Ο χρόνος είναι γενικός.
Δεν μπορούμε να εντοπίζουμε τα οράματα.
Δεν μπορούμε να μοιράζουμε τις αστραπές
απ’ τα κλωστήρια τ’ ουρανού με δόσεις…
Ο χρόνος είναι κοροϊδευτικός.
Είναι αμέτοχος σαν τα περίπτερα στην κίνηση»

 «Παρωδία της άχραντης διάρκειας ο χρόνος
κορσέδες τα δευτερόλεπτα»
 
 
Μονοτονία – Κωνσταντίνος Καβάφης
 
Την μια μονότονην ημέραν άλλη
μονότονη, απαράλλακτη ακολουθεί. Θα γίνουν
τα ίδια πράγματα, θα ξαναγίνουν πάλι —
η όμοιες στιγμές μας βρίσκουνε και μας αφίνουν.
Μήνας περνά και φέρνει άλλον μήνα.
Aυτά που έρχονται κανείς εύκολα τα εικάζει·
είναι τα χθεσινά τα βαρετά εκείνα.
Και καταντά το αύριο πια σαν αύριο να μη μοιάζει.
 
 
 
Μίλτος Σαχτούρης
 
Ἔρχεται φέτος κουρασμένη
ἡ Ἄνοιξη
(νά) κουβαλάει τόσα χρόνια
τὰ λουλούδια πάνω της.
 
Σκοτεινοὶ ἄνθρωποι
στὶς γωνιὲς τὴν παραμονεύουν
γιὰ νὰ τὴν τσακίσουν.
 
Αὐτὴ ὅμως
μὲ κρότο
ἀνάβει ἕνα-ἕνα
τὰ λουλούδια της
στὰ μάτια τοὺς τὰ ρίχνει
(γιά) νὰ τοὺς στραβώσει.
 
 
Γ. Ρίτσος, «Οδηγός ασανσέρ»
 
Η άνοιξη αυτή μας βρήκε όλους απροετοίμαστους
κι ανόρεξους ή αδιάφορους –
απροετοίμαστη κι η άνοιξη, σε κάθε της βήμα κοντοστέκεται
σαστίζει και σωπαίνει κάτω απ’ τα λίγα της δέντρα– δε ρωτάει.
Το φως επιστρέφει
απ’ το περσινό καλοκαίρι κατάκοπο κι αφηρημένο, απόμακρο,
παραξενεμένο απ’ την καινούρια του νεότητα…
 
 
Οι λυπημένες φράσεις (απόσπασμα) – Κική Δημουλά
 
Nα είχαμε μιαν άνοιξη.
Mη γελάς.
Mε πράγματα που δεν υπάρχουν μη γελάς.
Aς λένε τα πουλιά κι οι μυρωδιές στα πλάγια
πως είναι Aπρίλης.
Tο λένε τα πουλιά κι οι έρωτες των άλλων.
Eμένα μ’ εξαπατούνε οι θεοί
κάθε που αλλάζει ο καιρός,
κάθε που δεν αλλάζει.
Mη γελάς.
Έαρ δεν γίνεται
με ρίμες
ήλιοι-Aπρίλιοι,
ήλιοι-Aπρίλιοι,
ομοιοκατάληκτες στιγμές,
χρόνος χρωμάτων,
στρέμματα φωτός,
χαμομηλιών ανυπομονησία να μυρίσουν.
Δημοτικά τραγούδια απ’ τα παράθυρα
ποια γυναί- ποια γυναί- ποια γυναίκα θα σε πάρει,
και όλα τ’ άλλα τρόποι
για να πεθαίνουνε ανώδυνα τα ημερολόγια.
 
 
Ασυμβίβαστα – Κική Δημουλά
 
Όλα τα ποιήματά μου για την άνοιξη
ατέλειωτα μένουν.
Φταίει που πάντα βιάζεται η άνοιξη,
φταίει που πάντα αργεί η διάθεσή μου.
Γι’ αυτό αναγκάζομαι
κάθε σχεδόν ποίημά μου για την άνοιξη
με μια εποχή φθινοπώρου
ν’ αποτελειώσω.
 
Updated: 23/04/2021 — 15:42