Διαδικτυακή Συνάντηση 18_04_2021

Διαδικτυακή Συνάντηση 18_04_2021
 
Η Ομάδα Δημιουργικής Ανάγνωσης της Λέσχης Πολιτισμού Φλώρινας διάβασε ποιήματα, πεζά και αποφθέγματα για την Ελευθερία (με την ευκαιρία της γιορτής της 25ης Μαρτίου).
 
 
Ο Πέτρος διάβασε:
 
 
ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ (Δότας Σαρβάνη)
 
Απόγευμα κι η μέρα
με μια υποψία κόκκινη
σκηνοθετούσε το τέλος της
Το σκηνικό τέλειο η κούραση ίδια
φώτα ανάβουν όλοι στο ρόλο τους
Λίγο μετά το τελευταίο κουδούνι
ακούμπησε την πλάτη της
στον τοίχο του κόσμου
κι αφουγκράστηκε στο χώμα
το παρελθόν και το μέλλον
Το παρόν ζυμωνόταν
από μονομάχους καιρούς
στη λάσπη του καινότοπου
Αποχώρησε στο βάθος της σκηνής
παραδομένη πάλι
στην ορμή της μετριότητας
Η ελπίδα συνήθης ύποπτος
δεν βρήκε τίποτα να ψελλίσει
Το θράσος της επανάληψης
έκλεισε την αυλαία της λήξης
– η αρχή αντίγραφο του τέλους –
 
Κάπου στην άδεια αίθουσα
μια επανάσταση
χασμουρήθηκε βαριεστημένη
 
 
 
Η Μαρία διάβασε:
 
«Φιλέλλην»
Ουίνστον Τσόρτσιλ
 
 
Ο λόρδος με παράσημον περικνημίδος και ξαφνικά με Νόμπελ της λογοτεχνίας! Γαλάζιον αίμα κατακάθαρον και πρώτο, «της νίκης ο πατήρ» και του ψυχρού πολέμου.
Σάπιο σαντάρδο της εσχάτης πειρατείας, το ’να του πόδι μες στο λάκκο, τ’ άλλο απόξω, πασκίζει αντάμα του να σύρει όλα τα βρέφη: άμα πεθάνει ο Χάρος, πώς θα ζήσει ο αφέντης;
Να λογαριάσει κάθισε το πόσο κάνει μια σταγόνα πετρόλαδο (πράμα, όχι χρήμα!) όσο και μια θερμή σταγόν’ ανθρώπινο αίμα. Και χίλιοι τόνοι; Πάλε χίλιους τόνους αίμα!
Όχι γαλάζιον αίμα, λέγω!  Θιος φυλάξοι!  Μαυροκόκκινον αίμ’ ακάθαρτον, πληβείο! Να βάφονται ασταμάτητα κάμποι, ποτάμια, σ’ αιμάτινη να πλέει φουρτούνα η μαύρη αρμάδα.
—«Μάθε το, Λάσπη!  Μια του ιχώρα μου σταγόνα πλιότερο αξίζει απ’ όλες τις αξίες του κόσμου κι από κάτι Σαιξπήρους, κάτι Παρθενώνες κι από τον αστροπόταμο του Γαλαξία!…»
Όξω ντουμάνι και ψιλή βροχούλα πνίγουν τα φώτα της ημέρας, η άσφαλτο γλιστράει! —«Κατάρα σου, χειμώνα, πώς να ξεμυτίσω! Με μια βροχοσταλίδα η ζάχαρη θα λιώσει!»
Νοσταλγικά τη λιόχαρη θυμάτ’ Ελλάδα! Χάρηκε την πιο τίμια μέρα της ζωής του, όταν τον ήρωα νικητήν έκαιε λαό της στεριάς, πελάου κι αγέρα — κι οι προδότες πίσω!
 
 
 
 
 
Εθνική αναξιότης
(Ο Κεραμεικός των Ναζήδων)
 
 
Σκύβε, ραγιά, κατάχαμα στη λάσπη και ξύνε τ’ άρβυλά σου με τα νύχια. Κι όσο βαστάς, γενού μικρός. Και τρέμε,  σαν περνάς το μαρμάρινο κατώφλι.
Και πέτα την ψυχή σου στα σκουπίδια, τ’ αχρείαστο ράκος, αφού χρόνια τώρα την ατιμάζουν οι προσκυνημένοι. Που μπαίνει εδώ, ψυχή δεν πρέπει να ’χει!
Μπροστά σου η πιο πλατιά του κόσμου πύλη και μέσα οι διαλεμένοι των κριμάτων. Η Ελλάδα τούς κουνάει στην αγκαλιά της, γιατί χαλάσαν τα μισά παιδιά της.
Όξω μαύρα, γυμνά τα λίγα δέντρα. Μέσα λόγγος οι πράσινες οι δάφνες. Όξω αλυσίδες, θάνατος και νύχτα. Μέσα φως, αρχοντιά κι αθανασία.
Αν το χωριό σου κάψανε και βιάσαν πλάι στη σφαγμένη μάνα το κοράσι κι αν κρεμάσαν τ’ αγόρια σου απ’ το δέντρο και σένα σε κυνήγησαν οι σφαίρες,
καλότυχε, που γλίτωσες! Και τώρα, προσκύνα τους, σιγά, μην τους ξυπνήσεις. Τους σάρωσε η καρδιά του παρτιζάνου, μα πίσω τούς ξανάφερε ο Γραικύλος.
 
Κοίτα! Η Δόξα μονάχη περπατώντας «μελετάει τα λαμπρά τα παλικάρια» και χαράζει στην πλάκα τ’ όνομά τους. Κι εσύ δεν έχεις όνομα και τάφο! …
Σ’ Ανατολή και Δύση αίμα και φλόγες από Καλάβρυτα ίσαμε Νταχάου,και στην αιματολάσπη και στη στάχτη φτύνει και ξαναφτύν’ η προδοσία!
Κάν’ ένα βήμα πίσω! Σε ρωτάνε τ’ αυτόματα: «ποιός είσαι;» Μην ξεχάσεις, «Τούρκος» να πεις! Το πιο μεγάλο κρίμα να ’σαι Έλληνας στη σκλάβα σου πατρίδα.
Τρομάρα και ντροπή! Σε κυνηγάνε οι νόμοι των θεών και των ολίγων, των κυρίων τ’ ουρανού και γης κι ανθρώπων. Και τιμή σου να ’σαι άτιμος και δούλος!
Και μάθε το καλά το μάθημά σου, με μάλαμα γραμμένο στον πυλώνα, ύμνος χρυσός τ’ αθάνατου Πινδάρου: —«Τιμάτε οι σκοτωμένοι τους φονιάδες!
»Τιμάτε οι προδομένοι τους προδότες!» Τιμάτε τους χτηνάνθρωπους οι ανθρώποι!» Διπλαρώνετε κάθε ξένο αλήτη!» Προδίνετε με μάσκα ή χωρίς μάσκα·
»και σκοτώνετε μ’ άρματα δικά του» όσους δεν τον αφήνουν να ριζώσει!»Στη σαπίλα του «ελεύθερου…υποκόσμου» οι κατασάπιοι μοναχά πρωτεύουν!
 
 
 
Η Κατερίνα διάβασε:
 
Η Ελευθερία ποτέ δεν πεθαίνει (Κατερίνας Κετσίδου)
 
Στο πρώτο σου κλάμα
Στην πρώτη σου ανάσα
Σε καλωσόρισαν.
«Και το όνομα αυτής»
Ελευθερία.
Στο πρώτο σου βήμα
Στην πρώτη σου τόλμη
Σε φώναξαν για προστασία
Μη, Ελευθερία.
Σκαρφάλωσες στην μυγδαλιά
Να δεις τον κόσμο από ψηλά
Τρέξανε αγάπης σωτήρες
«Έχεις άμυαλη ηλικία»
Μη, Ελευθερία.
Έσπαγες φραγμούς
Τα όρια ατέλειωτα
Ηθικά, τα λέγανε
Για σε, ακατανόητα
«Ο κόσμος τι θα πει!»
Ελευθερία, Μη.
Γίνηκες πούπουλο λευκό
Πέταξες στον αέρα
«ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ» φώναζες
Οι παρακλήσεις κάτω κραύγαζαν
Μη, Ελευθερία.
Πέταγες κι έκοβες σχοινιά
Που σ΄ έδεναν γερά
Με την αιχμαλωσία
Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ σου, ξέπλυνε
Το «Μη Ελευθερία!»
Όμως…
Εξολοθρευτές,
Σωτήρες επί γης
Σε ιούς και τόξινη βροχή
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ χάρισαν.
Λευκό μου πουπουλάκι
Ενάντια σου κόπασε κι ο άνεμος
Η πτώση σου μεγάλη.
Μ’ αγάλια η θάλασσα απλώνεται
Κάτω απ’ τα όνειρά σου.
Το ταξίδι σου, βλέπω,
Εδώ δεν τελειώνει
Καβάλα παίρνεις τον αφρό
Κραυγή στο βράχο στέλνεις
Τ’  αντιλάλημα η ηχώ απλώνει
Σ’ όλη την οικουμένη
 
«Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΠΕΘΑΙΝΕΙ»
 
 
 
Η Ρούλα διάβασε:
 
Αποφθέγματα
 
Nίκος Καζαντζάκης
Σωτηρία θα πει να λυτρωθείς απ’ όλους τους σωτήρες· αυτή ‘ναι η ανώτατη λευτεριά, η πιο αψηλή, όπου με δυσκολία αναπνέει ο άνθρωπος. Αντέχεις;
 
 
Ζίγκμουντ Φρόυντ
Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θέλουν πραγματικά ελευθερία, επειδή η ελευθερία προϋποθέτει ανάληψη ευθύνης, και οι περισσότεροι άνθρωποι τρέμουν την ανάληψη ευθύνης.
 
Ρήγας Φεραίος
Το ηθικόν σύνορον της Ελευθερίας είναι τούτο το ρητόν: Μη κάμης εις τον άλλον εκείνο οπού δεν θέλεις να σε κάμουν.
 
 
 
Μιχαήλ Μπακούνιν
Από την ελευθερία δεν μπορείς να κόψεις ούτε ένα κομματάκι, γιατί αμέσως όλη η ελευθερία συγκεντρώνεται μέσα σ’ αυτό το κομματάκι.
 
Γουίλ Ντυράν
Τη στιγμή που η ελευθερία είναι πλήρης, πεθαίνει μέσα στην αναρχία.
 
Guillaume Apollinaire
Όταν έχεις χρόνο, έχεις ελευθερία.
 
Λένα Παππά – Ίκαρος

Με τα κέρινα φτερά
υψώθηκε — πέταξε·
πάνω απ’ τα σερνάμενα πλάσματα
μες στο μεγάλο φως.
Ο ήλιος οδηγός — ο ήλιος θάνατος.

Μια τέτοια πρόκληση
μια τέτοια ωραία τόλμη
μια τόσο αψήφιστην ορμή για λευτεριά
μ’ αιώνιο μίσος, πάντοτε
παραμονεύει ο πατέρας Δίας σκληρά
να τιμωρήσει.

Λένα Παππά. 1997. Τα ποιήματα. Β΄ τόμος. Αθήνα: Αρμός.
 
 
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ – ΜΗΝΥΜΑ

Πάντα να πολεμάς και ν’ αντιστέκεσαι
κι ας μένεις μόνος.

Μονάχος- έρημος – γαλήνιος
να πολεμάς για το καλό του Ανθρώπου.

Και στους πολλούς – στους λίγους – ν’ αντιστέκεσαι
κρατώντας την ψυχή σου βάτο φλεγόμενη
για φως- πάντα για φως – για το καλό του Ανθρώπου.

Στους δυνατούς ενάντια
στους σκληρόκαρδους
και στους Δειλούς – στους χωματένιους.

Ενάντια και του αφέντη του ανελεύτερου
και του τρεμόκαρδου του δούλου ενάντια.

Και να πονάς και να γελάς και να ονειρεύεσαι
πάντα για το αγαθό και το καλό του Ανθρώπου.

Να πολεμάς με το γνωστό και το άγνωστο
με την κακή και την καλή τη μοίρα.

Και με τους άπονους θεούς
και τους απάνθρωπους ανθρώπους
πάντα να πολεμάς και ν’ αντιστέκεσαι.

Και όλο για το καλό – το φως του ανθρώπου.

ΤΟ ΜΗΜΥΜΑ (ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ) περιλαμβάνεται στα κείμενα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της Β΄ Γυμνασίου.
 
 
 
 
Η Χρυσούλα διάβασε:
 
Ζήτω η ελευθερία! – Gianni Rodari
Ζήτω η άνοιξη
που ταξιδεύει ελεύθερα
από σύνορο σε σύνορο
χωρίς διαβατήριο,
μαζί με μια ακολουθία από
πρίμουλες, αγριόκρινα και κυκλάμινα,
που διασχίζοντας τα σύνορα
αλλάζουν όνομα όπως
οι παράνομοι μετανάστες.
Όλα τα λουλούδια του κόσμου είναι αδέλφια.
 
Eduardo Galeano
 
Θυμάμαι, τον καιρό της εξορίας, στις ακτές της Καταλονίας…
Μια μέρα μας έκαναν δώρο ένα ινδικό χοιρίδιο. Έφτασε στο σπίτι σε ένα κλουβί. Λυπήθηκα να το βλέπω έτσι, φυλακισμένο…. και το μεσημέρι του άνοιξα το κλουβί. Όταν γύρισα σπίτι το σούρουπο, το βρήκα όπως το είχα αφήσει. Στο βάθος του κλουβιού, κολλημένο στα κάγκελα έτρεμε από το φόβο της ελευθερίας.
 
 
 
Η πτώση – Καμύ
Άλλοτε, είχα μόνον την ελευθερία στο στόμα. Στο πρόγευμα την άπλωνα πάνω στο ψωμί μου, τη μασούλαγα όλη μέρα, έφερνα στον κόσμο μια ολόδροση ανάσα ελευθερίας. Βομβάρδιζα με τούτη την κυρίαρχη λέξη όποιον διαφωνούσε μαζί μου, την είχα βάλει στην υπηρεσία των πόθων και της δύναμής μου. Την ψιθύριζα στο κρεβάτι, στο αυτί των αποκοιμισμένων φιλενάδων μου, και τούτη η λέξη με βοηθούσε να τις αφήνω στα κρύα του λουτρού.
 
Την τρύπωνα συχνά… Μα τι κάνω, εξάπτομαι και χάνω το μέτρο. Τέλος πάντων, μου έτυχε να κάνω και πιο αφιλοκερδή χρήση της ελευθερίας, και μάλιστα, δείτε κι εσείς ο ίδιος την αφέλειά μου, να την υπερασπιστώ κιόλας δυο τρεις φορές, δίχως να φτάσω ασφαλώς, ίσαμε το σημείο να πεθάνω γι’ αυτήν, διακινδυνεύοντας όμως για χάρη της.
 
Πρέπει να μου συγχωρήσετε αυτές τις απερισκεψίες, δεν ήξερα τι έκανα. Δεν ήξερα πως η ελευθερία δεν είναι ανταμοιβή, ούτε παράσημο που το γιορτάζουν με σαμπάνια. Ούτε και δώρο, άλλωστε, κουτί με λιχουδιές που σε κάνουν να γλείφεσαι. Ω, όχι, κάθε άλλο, είναι αγγαρεία, ένας μαραθώνιος πολύ μοναχικός, πολύ εξαντλητικός. Χωρίς σαμπάνια, χωρίς φίλους να σηκώνουν το ποτήρι τους και να σε κοιτάζουν με τρυφερότητα.
 
Μόνος σε μια θλιβερή αίθουσα, μόνος στο εδώλιο μπροστά στους δικαστές και μόνος για ν’ αποφασίσεις μπροστά στον εαυτό σου ή μπροστά στην κρίση των άλλων. Μετά από κάθε ελευθερία υπάρχει μια δικαστική απόφαση. Να γιατί η ελευθερία είναι πολύ βαριά να τη σηκώσεις, ιδιαίτερα όταν υποφέρεις από πυρετό ή
 
 
 
ΦΙΟΝΤΟΡ ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ – Αδελφοί Καραμαζόφ – ΤΟΜΟΣ Β
 Μετάφραση ΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ – Εκδόσεις ΓΚΟΒΟΣΤΗ
 
Τα παρακάτω αποσπάσματα είναι από τη συνομιλία ιεροεξεταστή – Χριστού
 
Θέλεις να πας στον κόσμο και πηγαίνεις μ’ αδειανά τα χέρια, με κάποια υπόσχεση ελευθερίας που οι άνθρωποι με την ηλιθιότητά τους και με την έμφυτή τους διαφθορά δεν μπορούν ούτε καν να την κατανοήσουν, που τη φοβούνται και τη σκιάζονται γιατί τίποτα και ποτέ δεν υπήρξε για τον άνθρωπο και την ανθρώπινη κοινωνία πιο αφόρητο απ’ την ελευθερία!
 
Ενώ, βλέπεις αυτές τις πέτρες μέσα σε τούτη τη γυμνή πυραχτωμένη έρημο; Κάνετες ψωμιά κι η ανθρωπότητα θα τρέξει πίσω Σου σαν κοπάδι, γεμάτη ευγνωμοσύνη κι υπακοή, αν και πάντα θα τρέμει από φόβο πως θα μπορούσες ν’ αποτραβήξεις το χέρι Σου και να πάψεις να τους δίνεις τα ψωμιά Σου. Μα Συ δε θέλησες να στερήσεις απ’ τον άνθρωπο την ελευθερία κι απόρριψες την προσφορά γιατί σκέφτηκες: Τι ελευθερία θα΄ναι αυτή όταν η υπακοή θα εξαγοραστεί με ψωμιά;
 
Το ήξερες, δεν μπορούσες να μην το ξέρεις αυτό το βασικό μυστικό της ανθρώπινης φύσης, μα αρνήθηκες τη μοναδική αλάνθαστη σημαία που Σου προτάθηκε για να εξαναγκάσεις όλους να Σε προσκυνήσουν ασυζητητεί – τη σημαία του επίγειου άρτου. Και την αρνήθηκες εν ονόματι της ελευθερίας και του επουράνιου άρτου. Κοίτα λοιπόν τι έκανες ακόμα. Κι όλα αυτά πάλι εν ονόματι της ελευθερίας! Σου λέω πως η πιο βασανιστική φροντίδα για τον άνθρωπο είναι τούτη: Ζητάει να βρει όσο μπορεί γρηγορότερα κάποιον που να μπορεί να του παραδώσει εκείνο το δώρο της ελευθερίας που μ’ αυτό γεννιέται ο δύστυχος.(…..)
 
Αντί να κυριέψεις την ελευθερία των ανθρώπων, Εσύ τους την έκανες ακόμα μεγαλύτερη! Ή μήπως ξέχασες πως ο άνθρωπος προτιμάει την ησυχία, ακόμα και το θάνατο, παρά την ελεύθερη εκλογή εν γνώσει του καλού και του κακού; Δεν υπάρχει τίποτα πιο ελκυστικό για τον άνθρωπο απ’ την ελευθερία της συνείδησής του, μα δεν υπάρχει και τίποτα πιο βασανιστικό.
Θέλησες την ελεύθερη αγάπη του ανθρώπου, θέλησες να Σε ακολουθήσει ελεύθερα. Αντί να υπακούει στον παλιό αυστηρό νόμο, ο άνθρωπος έπρεπε με ελεύθερη καρδιά ν’ αποφασίζει από δω και μπρος ποιο είναι το καλό και ποιο το κακό, έχοντας μοναδικό του οδηγό τη μορφή Σου. Μα είναι δυνατό λοιπόν να μη σκέφτηκες πως τελικά θ’ απαρνηθεί ακόμα και τη μορφή Σου και την αλήθεια Σου, συντριμμένος κάτω απ’ το τρομερό βάρος: την ελευθερία της εκλογής;(…..)
Δεν κατέβηκες απ’ το σταυρό όταν Σου φωνάζανε περιγελώντας και λοιδορώντας Σε: «Κατέβα απ’ το σταυρό για να πιστέψουμε πως είσαι Συ». Δεν κατέβηκες γιατί και πάλι δε θέλησες να σκλαβώσεις τον άνθρωπο με το θαύμα και λαχταρώντας την ελεύθερη πίστη κι όχι αυτήν που γεννιέται από θαύμα. Λαχταρούσες την ελεύθερη αγάπη κι όχι τους δουλικούς ενθουσιασμούς του σκλάβου, του τρομοκρατημένου μπροστά σε μιαν ισχύ που τον συντρίβει. Μα και δω εκτίμησες τους ανθρώπους τόσο που δεν τ’ αξίζανε, γιατί φυσικά αυτοί είναι δούλοι αν και πλάστηκαν επαναστάτες. Κοίτα και κρίνε μονάχος Σου. Να, πέρασαν πια δεκαπέντε αιώνες. Κοίταξέ τους: Ποιον πήγες ν’ ανυψώσεις ως τον εαυτό Σου; Παίρνω όρκο πως ο άνθρωπος πλάστηκε πιο αδύναμος και πιο ταπεινός απ’ ό,τι τον νόμισες! Μπορεί, μπορεί τάχα να επιτελέσει ό,τι και Εσύ; Εκτιμώντας τον τόσο πολύ φέρθηκες μαζί του σα να΄παψες πια να τον συμπονείς γιατί του ζήτησες πάρα πολλά. Και ποιος; Εκείνος που τον αγάπησε περισσότερο κι απ’ τον εαυτό Του! Αν τον εκτιμούσες λιγότερο, θα του ζητούσες λιγότερα και τότε θα΄δειχνες πως τον αγαπάς πιο πολύ, γιατί το βάρος που θα τον έβαζες να σηκώσει θα΄ταν μικρότερο. Αυτός είναι αδύναμος και τιποτένιος.
 
 
 
 
Αποφθέγματα
 
Albert Camus
 Ελεύθερος είναι εκείνος που μπορεί να ζει χωρίς να λέει ψέματα.
 
Μαχάτμα Γκάντι
-Ο ελεύθερος άνθρωπος μπορεί να είναι ελεύθερος και στο κλουβί της φυλακής του.
 
-Η ελευθερία δεν αξίζει τίποτα αν δεν συμπεριλαμβάνει την ελευθερία να κάνεις λάθη.
 
Ρήγας Φεραίος
“Όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά.”
Updated: 24/04/2021 — 00:22