Οι ταινίες μας

VENOM
  VENOM ΚΥΡΙΑΚΗ 21/10: 17.30 & 20.30 ΔΕΥΤΕΡΑ 22/10: 19.00 & 22.00 ΤΡΙΤΗ 23/10: 21.00 ΓΕΝΙΚΗ ΕΙΣΟΔΟΣ 6 ΕΥΡΩ ΕΙΔΙΚΗ ΠΡΟΣΦΟΡΑ: ΔΕΥΤΕΡΑ ΣΤΙΣ 19.00 ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ, ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΔΥΟ - ΠΛΗΡΩΝΕΙ ΜΟΝΟ Ο ΕΝΑΣ!   Σκηνοθεσία: Ρούμπεν Φλαϊσερ Ηθοποιοί: Τομ Χάρ...

Βραδιά Βασιλόπιτας

Βραδιά Βασιλόπιτας

Χθες, 16 Ιανουαρίου 2018, Τρίτης βράδυ, κόψαμε την αόρατη Βασιλόπιτα, με τον αόρατο παρά! Είπαμε... αφού περπατάμε σελίδα-σελίδα στις ΑΟΡΑΤΕΣ ΠΟΛΕΙΣ, γιατί αντί για αόρατο παρά, να μη βάλουμε αόρατες ευχές μέσα σε ορατά κείμενα; Βάλαμε τα ορατά μας κείμενα σε μια σακούλα- κληρωτίδα και βγήκε αυτό το αποτέλεσμα!...

 

Ολυμπία Σ. (από Ρούλα)

Α΄ ΣΚΑΛΟΠΑΤΙ: ΕΓΩ  

Δεν είμαι καλός, δεν είμαι αγνός, δεν είμαι ήσυχος! Αβάσταχτη είναι η ευτυχία κι η
δυστυχία μου, είμαι γιομάτος άναρθρες φωνές και σκοτάδι· κυλιούμαι όλο δάκρυα κι
αίματα μέσα στη ζεστή τούτη φάτνη της σάρκας μου.

Φοβούμαι να μιλήσω. Στολίζουμαι με ψεύτικα φτερά, φωνάζω, τραγουδώ, κλαίω, για
να συμπνίγω την ανήλεη κραυγή της καρδιάς μου.

Δεν είμαι το φως, είμαι η νύχτα· μα μια φλόγα λοχίζει ανάμεσα στα σωθικά μου και
με τρώει. Είμαι η νύχτα που την τρώει το φως.

Με κίντυνο, βαρυγκομώντας, τρεκλίζοντας μέσα στο σκοτάδι, πασκίζω να τιναχτώ
από τον ύπνο, να σταθώ λίγη ώρα, όσο μπορώ, ορθιος.
Μια μικρή ανυπόταχτη πνοή μάχεται μέσα μου απελπισμένα να νικήσει την ευτυχία,
την κούραση και το θάνατο.

Γυμνάζω σαν άλογο πολεμικό το σώμα μου, το συντηρώ λιτό, γερό, πρόθυμο. Το
σκληραγωγώ και το σπλαχνίζουμαι. Αλλο άλογο δεν έχω.

Συντηρώ το μυαλό μου ακοίμητο, λαγαρό, ανήλεο. Το αμολώ να παλεύει ακατάλυτα
και να κατατρώει, φως αυτό, το σκοτάδι της σάρκας. Αλλο αργαστήρι να κάνω το
σκοτάδι φως δεν έχω.                                                                          

Συντηρώ την καρδιά μου φλεγόμενη, γενναία, ανήσυχη. Νιώθω στην καρδιά μου όλες
τίς ταραχές και τις αντινομίες, τις χαρές και τις πίκρες της ζωής. Μα αγωνίζουμαι να
τις υποτάξω σ΄ ένα ρυθμό ανώτερο από το νου, σκληρότερο από την καρδιά μου. 

Στο ρυθμό του Σύμπαντου που ανηφορίζει.

Η Κραυγή κηρύχνει μέσα μου επιστράτεψη. Φωνάζει: «Εγώ, η Κραυγή, είμαι ο
Κύριος ο Θεός σου! Δεν είμαι καταφύγι. Δεν είμαι σπίτι κι ελπίδα. Δεν είμαι
Πατέρας, δεν είμαι Γιος, δεν είμαι Πνέμα. Είμαι ο Στρατηγός σου!

                                                                                                 Ν.Καζαντζακης/Ασκητική

 

---

Ρούλα (από Ολυμπία Χ.)

Για να δεις τον κόσμο σε έναν κόκκο άμμου

Τον παράδεισο σε ένα άγριο λουλούδι

Κράτησε το άπειρο στην παλάμη του χεριού σου

Και την αιωνιότητα μέσα σε μιαν ώρα.

                                                                     William Blake

 

---

Χρυσούλα (από Γαλάτεια)

Το να ζεις μόνο δεν είναι αρκετό, είπε η πεταλούδα.

Πρέπει να 'χεις λιακάδα, ελευθερία κι ένα μικρό λουλούδι.                                                                         

Να είσαι ανικανοποίητη, να ψάχνεις πετώντας σ' αυτό το παραμύθι που το λες ζωή.

 Άντερσεν

---

Ολυμπία Χ. (από Κατερίνα)

 

ΠΡΟΣΟΧΗ!

ΠΡΟΣΕΧΩΣ ΣΚΕΨΕΙΣ!

"Ναι, η αυτοκρατορία είναι άρρωστη και, το χειρότερο, προσπαθεί να συνηθίσει τις πληγές της.-___

Ο σκοπός τν εξερευνήσεών μου, είναι αυτός:

Παρατηρώντας τα ίχνη ευτυχίας που ακόμα διακρίνονται, μετρώ την σπανιότητά τους.

Αν θέλεις να μάθεις πόσο σκοτάδι έχεις γύρο σου, πρέπει ν' ακονίσεις το βλέμμα σου στα αδύναμα μακρινά φώτα."

 

                                                                                    Ίταλο Καλβίνο  «Αόρατες Πόλεις»

 

---

Κατερίνα (από Μαρία)

Η ουτοπία είναι στον ορίζοντα…

κάνω δύο βήματα, απομακρύνεται δύο βήματα. Κάνω δέκα βήματα και ο ορίζοντας τρέχει δέκα βήματα μακριά. Όσο και να περπατάω, δεν θα τη φτάσω ποτέ. 

Τι χρησιμεύει τότε η ουτοπία; 

Σ’ αυτό χρησιμεύει: στο να περπατάς.

-Αυτό σου εύχομαι και ΄γώ, να κυνηγάς την ουτοπία σου… ή αλλιώς τ΄όνειρό σου…                   (Ε. Γκαλεάνο)

---

 

 

Γαλάτεια (από Ολυμπία Σ.)

Δεν θα δεθείς με τίποτα έτσι στα τυφλά.

«Αν δεν υπάρχει αυτό, δεν μπορώ να ζήσω» δεν θα πεις. Γιατί μπορείς να ζήσεις.

Δεν χρειάζονται τέτοια τυποποιημένα λόγια.

Δεν θα αγαπήσεις πολύ, ας πούμε. Εάν ο άλλος σε αγαπήσει λιγότερο, θα πληγωθείς.

Και τις περισσότερες φορές, ο άλλος σε αγαπάει λιγότερο,

Από όσο τον αγαπάς εσύ.

Αν δεν αγαπήσεις πολύ, δεν πονάς πολύ.

Αν δεν διεκδικήσεις κάτι πολύ, δεν θα ανήκεις και πολύ σε κάτι,

Το κτήριο στο οποίο δουλεύεις, το γραφείο σου, το τηλέφωνό σου, την κάρτα σου.

Ακόμη και το χέρι σου, το πόδι σου, δεν πρέπει να  διεκδικήσεις πολύ,

Θα συμπεριφέρεσαι σαν να μπορείς να ζήσεις και χωρίς αυτά.

Δεν θα έχεις πολλά έπιπλα στο σπίτι σου

Θα μπορείς να περπατάς άνετα.

Αν σώνει και καλά θέλεις να διεκδικήσεις κάτι,

Να διεκδικήσεις τον ουρανό, τον ήλιο, τη σελήνη, τα άστρα…

Για παράδειγμα το αστέρι του βορρά θα είναι δικό σου,

«Είναι δικό μου», θα λες. «Δικό μου».

Αν σώνει και καλά θέλεις να ανήκεις σε κάτι, θα ανήκεις στα χρώματα.

Στο πορτοκαλί ας πούμε, ή στο ροζ. Είτε θα ανήκεις στον παράδεισο

Θα ζεις χωρίς να διεκδικείς πολύ και χωρίς να ανήκεις πολύ,

Σαν να έχεις τη ζωή για πάντα δική σου και σαν να

Θα τη χάσεις ανά πάσα στιγμή

Θα ζήσεις δεμένος, κρατώντας από την άκρη.                               

                                                                                        Can Yücel (1926-1999)

 

--- 

Μαρία (από Χρυσούλα)

Εύχομαι σε καθεμιά και καθένα να ζήσει τουλάχιστον μία φορά κάτι σαν όνειρο:

Ένα απόγευμα σε μια παραθαλάσσια πλατεία, όπου άνθρωποι χαζεύουν και μιλάνε.  

Και κάποιες στάσεις και κάποια λόγια να μαρτυρούν, ότι κάποιοι έχουν τόσο πολύ αγαπήσει κάποια που διάβασαν, ώστε έχουν γίνει πια συστατικό της δικής τους αίσθησης του κόσμου:

Ψυχή –τ’ άλλο όνομα του βιβλίου.

Βιβλίο –τ’ άλλο όνομα της ψυχής.

                                                                     Ν.Σιδέρης (Ψυχίατρος,Συγγραφέας)

---

 

Διαβάσαμε ακόμα:

Ο λόγιος γνωρίζει πολλά βιβλία, ο μορφωμένος έχει γνώσεις και δεξιότητες, ο φωτισμένος κατανοεί το νόημα και τον σκοπό της ζωής του. (Τολστόι)

---

 

Εύχομαι φέτος να διαβάσουμε και να σκεφτούμε περισσότερο, να απομακρυνθούμε από τους μανιχαϊσμούς και τα δίπολα, να εξορκίσουμε τον μισαλλόδοξο λόγο, να ξαναβρούμε εκείνο το νήμα που συνδέει τον εαυτό με τον κόσμο.

Ως αναγνώστες, να ανοιχθούμε και να βυθιστούμε στον προβληματισμό περί αυθεντικότητας, να ταξιδέψουμε ως τις εσχατιές του εγώ. Να ψηλαφίσουμε τις τραχιές επιφάνειες της καθημερινότητας με οξεία κρίση. Να βυθιστούμε σε ιδιαίτερους κόσμους και να αφεθούμε στην γλυκύτητα της ιδιωτικότητας ενός ζευγαριού αλλά και σε μια διασκεδαστική, ανακουφιστική διέξοδο…                               

          Κατερίνα Σχινά (Συγγραφέας, Μεταφράστρια, συνεργάτης εφ. Καθημερινή)

---

 

 

Παύλος Νιρβάνας, «Το φλουρί του φτωχού»

 

Tο πρώτο φλουρί της βασιλόπιτας που μου έπεσε βγήκε μοιρασμένο. ‘Hταν αληθινό φλουρί, γιατί ο πατέρας μου τον καιρό εκείνο συνήθιζε να βάζει στη βασιλόπιτα του σπιτιού μας μια χρυσή αγγλική λίρα.

Πώς έρχονται τα πράματα καμιά φορά!

O πατέρας μου, όρθιος μπροστά στο αγιοβασιλιάτικο τραπέζι, έκοβε την πίτα, ονοματίζοντας κάθε κομμάτι ξεχωριστά, πριν κατεβάσει το μεγάλο μαχαίρι του ψωμιού. Aφού έκοψε το κομμάτι του σπιτιού, των αγίων, το δικό του και της μητέρας μου, πριν αρχίσει τα κομμάτια των παιδιών σταμάτησε, σαν να θυμήθηκε κάτι.

– Ξεχάσαμε, είπε, το κομμάτι του φτωχού. Αυτό έπρεπε να ‘ρθει ύστερ’ από τους αγίους. Aς είναι όμως. Θα το κόψω τώρα κι ύστερα θ’ αρχίσω τα κομμάτια των παιδιών. Πρώτα ο φτωχός.

Kατέβασε το μαχαίρι και είπε:

– Tου φτωχού.

Έπειτα θα ερχόταν το δικό μου κομμάτι, που ήμουν ο μεγαλύτερος από τα παιδιά.

Kαθώς τραβούσε όμως το κομμάτι του φτωχού, το χρυσό φλουρί κύλησε στο τραπεζομάντιλο. Tο κόψιμο της πίτας σταμάτησε. Kοιτάζαμε ο ένας τον άλλο κι ο πατέρας όλους μας.

– Ποιανού είναι τώρα το φλουρί; είπε η μητέρα μου. Tου φτωχού ή του Πέτρου; Eγώ λέω πως είναι του Πέτρου.

H καημένη η μητέρα! Tο είχε καημό να πέσει σ’ εμένα.

– Oύτε του φτωχού είναι, είπε ο πατέρας μου, ούτε του Πέτρου. Tο σωστό σωστό. Tο φλουρί μοιράστηκε. Ήταν ανάμεσα στα δυο κομμάτια. Kαθώς τα χώρισα με το μαχαίρι, έπεσε κάτω. Tο μισό λοιπόν είναι του φτωχού, το μισό του Πέτρου.

– Kαι τι θα γίνει τώρα; ρώτησε στενοχωρημένη η μητέρα μου.

Tι θα γίνει; συλλογιζόμαστε κι εμείς.

– Mην πονοκεφαλιάζετε, είπε ο πατέρας. Άνοιξε το πορτοφολάκι του, έβγαλε από μέσα δυο μισές χρυσές λίρες και τις ακούμπησε στο τραπέζι. Nα τι θα γίνει. Aυτή φυλάξτε τη, να τη δώσετε στον πρώτο ζητιάνο που θα χτυπήσει την πόρτα μας. Eίναι η τύχη του. H άλλη μισή είναι του Πέτρου.

Kαι μου την έδωσε.

– Kαλορίζικη! Kαι του χρόνου παιδί μου! Eίσαι ευχαριστημένος; Ήμουν και με το παραπάνω.

– Θα του τη δώσω εγώ με το χέρι μου, είπα.

Γελούσαμε όλοι με την παράξενη τύχη μου. T’ άλλα παιδιά με πείραζαν: «O σύντροφος του φτωχού». Mονάχα ο πατέρας μου δε γελούσε. Eκείνος με τράβηξε κοντά του, με φίλησε και μου είπε:

– Mπράβο σου! Eίσαι καλό παιδί.

Tο άλλο πρωί, μόλις ξυπνήσαμε, χτύπησε η πόρτα. Kάτι μου έλεγε πως ήταν ο ζητιάνος, που έφτανε βιαστικός να πάρει το μερίδιό του.

Έτρεξα στην πόρτα με τη μισή λίρα. Ήταν ένας γέρος φτωχός, με κάτασπρη γενειάδα, γερτός από τα χρόνια, και τρέμοντας από το κρύο μουρμούριζε ευχές.

– Πάρε, παππού, του είπα.

O γέρος το έφερε κοντά στα μάτια του για να το κοιτάξει καλύτερα. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως κρατούσε χρυσάφι στα χέρια του – τον καιρό εκείνο που όλοι έδιναν στους φτωχούς δίλεπτα και μονόλεπτα.

– Tι είναι αυτό, παιδάκι μου; με ρώτησε.

– Mισή λίρα είναι, παππού, του είπα. Πάρε την. Δική σου είναι.

O καημένος δεν ήθελε να το πιστέψει.

– Mήπως έκανες λάθος, παιδάκι μου; Για ρώτησε τους γονείς σου.

Tου εξήγησα με τι τρόπο είχαμε μοιραστεί το φλουρί της βασιλόπιτας. O γέρος έτρεμε από τη χαρά του. Σήκωσε ψηλά τα μάτια και είπε:

– O Θεός είναι μεγάλος! Nα ζήσεις, παιδάκι μου, και να σε χαίρονται οι γονιοί σου. Kαι ο Θεός να σ’ αξιώσει να ‘χεις πάντα όλα τα καλά και να τα μοιράζεις με τους φτωχούς και τους αδικημένους. Tην ευχή μου να ‘χεις!

Mου έδωσε την ευχή του, σήκωσε πάλι ψηλά κατά τον ουρανό τα μάτια και κατέβηκε με το ραβδί του τη σκάλα.

 

Βραδιά Βασιλόπιτας