Μάριου Χάκκα – Άπαντα

ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΚΚΑΣ: ΑΠΑΝΤΑ

Απόσπασμα από την παρουσίαση της έκδοσης

 Η έκδοση αυτή περιλαμβάνει το σύνολο του έργου του Μάριου Χάκκα, που άρχισε με την ποιητική συλλογή “Όμορφο Καλοκαίρι”, 1965, για να τελειώσει, αλίμονο, με τα πεζά του “Το Κοινόβιο”, 1972, που κυκλοφόρησε λίγες ημέρες μετά το θάνατο του… Περιλαμβάνει ακόμα ένα μέρος από τα κατάλοιπά του, κείμενα που δημοσιεύτηκαν στο ΑΝΤΙ και αλλού. Η στάση της κριτικής απέναντι στο έργο του Χάκκα στάθηκε θετική, από την πρώτη του ακόμα εμφάνιση, είναι ωστόσο βέβαιο πως δεν είπε, ευτυχώς, τον τελευταίο της λόγο.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΚΚΑΣ (1931-1972). Ο Μάριος Χάκκας γεννήθηκε στη Μακρακώμη Φθιώτιδας. Τέσσερα χρόνια μετά τη γέννησή του εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην προσφυγική συνοικία της Καισαριανής. Τα μαθητικά και εφηβικά του χρόνια σημάδεψαν τα γεγονότα της γερμανικής κατοχής και του εμφυλίου.

Το 1951 έρχεται σε επαφή με αριστερές οργανώσεις της Καισαριανής και του Βύρωνα και γνωρίστηκε με τη Μαρίκα Κουζηνοπούλου, την οποία παντρεύτηκε το 1961. Το 1952 έγινε μέλος της ΕΔΑ, πήρε μέρος στην ίδρυση του πρώτου πολιτιστικού συλλόγου της Καισαριανής και γράφτηκε στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Παντείου Πανεπιστημίου. Η πολιτική του δραστηριότητα δεν του επέτρεψε να συνεχίσει τις σπουδές του πέρα από τα δυο πρώτα χρόνια.

Το 1954 συλλήφθηκε ως μέλος αριστερής οργάνωσης και καταδικάστηκε σε τετράχρονη κάθειρξη. Στη φυλακή μελέτησε ξένες γλώσσες και στράφηκε στη συγγραφή ποιημάτων και διηγημάτων. Αποφυλακίστηκε το 1958. Με την επιβολή της δικτατορίας ξανασυλλήφθηκε και κρατήθηκε για ένα μήνα. Από το 1969 άρχισε η περιπέτεια της υγείας του που ξεκίνησε από καρκίνο στα νεφρά και κατέληξε στον πνεύμονα. Πέθανε σε ηλικία σαράντα ενός χρόνων.

Ο Μάριος Χάκκας ανήκει στη μεταπολεμική γενιά των ελλήνων λογοτεχνών. Η πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία πραγματοποιήθηκε με τη συλλογή ποιημάτων  Όμορφο καλοκαίρι (1965). Ο ποιητικός λόγος του Χάκκα είναι άμεσος και βιωματικός, κινείται στα πλαίσια της δραματικής γραφής και εκφράζει την επιτακτική ανάγκη του δημιουργού να ξεφύγει από την απάνθρωπη πραγματικότητα που αντικειμενικά βίωνε. Ένα χρόνο αργότερα εξέδωσε την πρώτη συλλογή διηγημάτων Τυφεκιοφόρος του εχθρού, η οποία ανήκει στον μεταπολεμικό ρεαλισμό με σαφή ιδεολογικό προσανατολισμό και έντονη παρουσία ιστορικών και βιωματικών στοιχείων.

Με τη συλλογή Ο μπιντές και άλλες ιστορίες συντελείται μια σαφής στροφή -φυσικό επακόλουθο της ψυχολογικής επίδρασης που του άσκησε η αρρώστια αλλά και η ρήξη του με το κομμουνιστικό κόμμα- προς μια ωριμότερη γραφή, αφαιρετική και ενδεικτική της αγωνίας του συγγραφέα μπροστά στο θάνατο αλλά και της απογοήτευσής του στη θέαση του μάταιου της ζωής και της ιδεολογίας στο σύγχρονο κόσμο. Στον ίδιο χώρο ανήκει και το τελευταίο του έργο Το κοινόβιο.                                                                                                    
Πηγή:http://www.biblionet.gr

Αποσπάσματα από το διήγημα «Ο μπιντές»       

Γενικά προοδέψαμε. Πήραμε ψυγείο, πλυντήριο κι η ζωή γινόταν όλο και πιο άνετη. Μόνο στον καμπινέ καθυστερήσαμε. … Συνέχιζα να προοδεύω. … και σε λίγα χρόνια ήταν το σπίτι κομπλέ, πλην τουαλέτας. Έμενε σαν επιστέγασμα μιας προσπάθειας είκοσι χρόνων. … πήρα όλα τα μέτρα μου για να σιάξω κάτι το ωραίον: Έβαλα πλακάκια πανάκριβα που  σχημάτιζαν ένα παράξενο σύνολο με παραστάσεις διάφορες έτσι που να νιώθω ευχάριστα σε τούτο το χώρο, όλα τ’ απαραίτητα είδη υγιεινής, φυσικά και μπιντέ.              

Τ’ άλλα είδη δε με πειράξανε. Κομμάτια να γίνει. Έχουν μια χρησιμότητα κι ύστερα στην ηλικία που βρισκόμαστε τώρα ας απολαύσουμε και μεις κάτι. Μόνο ο μπιντές μού την έδωσε και πήρε μπάλα και τ’ άλλα. Ο μπιντές. Γιατί, όπως είμαι δυσκοίλιος και τον είχα μπροστά μου για ώρα, μου φάνηκε να με κοροϊδεύει με κείνο το μακρουλό πρόσωπό του, το ‘να μάτι μπλε τ’ άλλο κόκκινο, τριγωνικά πάνω στο μέτωπο και πεταμένα ίδια βατράχου, το στόμα του καταβόθρα που ρουφούσε τα πάντα με κείνο τον ξαφνικό ρόγχο τελειώνοντας το νερό, σα να μουρμούριζε: Είδες πώς σε κατάντησα; Θυμάσαι όταν πρωτόρθες από το χωριό τι λεβέντης που ήσουνα; Πώς έμπλεξες, κακομοίρη μου, έτσι, μια ζωή – ένα σπίτι; Εγώ είμαι το βραβείο μετά από είκοσι χρόνια δουλειά. Για να πλένεσαι από κάτω. Είδες που σε έφερα;        

Με είχανε βάλει στο ζυγό είκοσι ολόκληρα χρόνια με τη θέλησή μου (αυτό είναι το χειρότερο), για να καταλήξω εδώ μπροστά σε μια σειρά άχρηστα πράγματα, κατά τη γνώμη μου, ή που κι αν είναι χρήσιμα, π’ ανάθεμά τα, δεν αξίζουν όσο αυτή η υπόθεση που λέγεται ζωή και νιάτα. Τα καλύτερα χρόνια τα σπατάλησα σαν το μερμήγκι κουβαλώντας και σιάχνοντας αυτό το κολόσπιτο, οικοδομώντας τελικά αυτόν τον μπιντέ, είκοσι χρόνια μου κατάπιε η καταβόθρα του, κι εγώ τώρα έχω μείνει στιμμένο λεμόνι, σταφιδιασμένο πρόσωπο, για ένα μπιντέ.              

Ολόκληρο το διήγημα εδώ: http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGL105/229/1694,5432/extras/texts/indexl_2_parallilo_keimeno_1.html

Updated: 11/03/2020 — 00:54