Κωνσταντίνος Χατζόπουλος – Το Φθινόπωρο

Κωνσταντίνος Χατζόπουλος (1868 – 1920). Ποιητής, πεζογράφος, διηγηματογράφος, κριτικός και μεταφραστής. Γεννήθηκε στο Αγρίνιο. Σπούδασε Νομικά στην Αθήνα. Εξέδωσε ποιητικές συλλογές και διηγήματα. Υπήρξε ιδρυτής του βραχύβιου περιοδικού “Τέχνη”, που συνέβαλε στην έκφραση των γλωσσικών και φιλολογικών τάσεων της εποχής. Διακρίθηκε στην μετάφραση Γερμανών και Σκανδιναβών κυρίως συγγραφέων (Γκαίτε, Σίλλερ, Ίψεν, Στρίντμπεργκ κ.ά.). Το Φθινόπωρο, το πρώτο -και μοναδικό,ίσως- συμβολιστικό μυθιστόρημα της νεοελληνικής γραμματείας, διακρίνεται για την μουσικότητα και το λυρικό του ρίγος. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Το Φθινόπωρο εκδόθηκε το 1917. Ένα έργο ανάριο και αιθέριο, άυλο σχεδόν, που εντυπωσιάζει χάρη στις επιτυχημένες λογοτεχνικές/συγγραφικές επιλογές του Χατζόπουλου, στην προσπάθειά του να υλοποιήσει το στόχο του και να προβάλλει το δικό του μήνυμα, όχι ευθαρσώς αλλά όσο το δυνατόν πιο πλαγίως. Στον προθάλαμο του Μοντερνισμού, η μορφή και το περιεχόμενο είναι άρρηκτα συνδεδεμένα. Η φύση και η όλη υποβλητική ατμόσφαιρα που κυριαρχεί στο έργο, σε συνδυασμό με τη μουσικότητα, εντείνει τη σκοτεινότητα του νοήματος και προκαλεί μάλλον ασάφεια και σύγχυση, τόσο στους πρωταγωνιστές του έργου, όσο και στο αναγνωστικό κοινό.

Υποτυπώδης η υπόθεσή του. Μια ιστορία ειδώλων κι απόηχων: στιγμών που ήδη ενόσω ξετυλίγονται είναι ανάμνηση. Η πλοκή του μυθιστορήματος, εάν υπάρχει, στρέφεται γύρω από την ιστορία δύο οικογενειών, τις οποίες συνδέει ένα ασαφές παρελθόν και μία παλιά, ακαθόριστη έχθρα. Ο χρόνος δεν προσδιορίζεται ακριβώς, ενώ ο τόπος δράσης είναι μία ελληνική επαρχιακή πόλη, μάλλον στις αρχές του 20ού αιώνα. Τη μία οικογένεια αποτελούν η κυρία Κατίγκω και ο γιος της ο Στέφανος, ενώ την άλλη η γιαγιά, ο παππούς, η κυρία Αγλαΐα, η κόρη της η Μαρίκα και η ξαδέλφη της η Ευανθία. Αποτελεί από την αρχή μέχρι το τέλος τη γένεση, εξέλιξη και νέκρωση μιας ερωτικής σχέσης, του Στέφανου και της Μαρίκας.

Δεσπόζουσα εποχή το φθινόπωρο αποτελεί και τον τίτλο του έργου, συμβολίζει την εσωτερική και εξωτερική ακινησία, την μονοτονία και την αβεβαιότητα στη ζωή των ηρώων. Σημαντικό τμήμα του έργου καταλαμβάνουν οι εικόνες, οι οποίες, εκτός από την αισθητική απόλαυση που προσδίδουν στον αναγνώστη, είναι το αντικειμενικό σύστοιχο της ψυχής των ηρώων.

«Ο Στέφανος και η Μαρίκα χάνονταν στους θόλους, σταματούσαν κι άκουαν τους σπίνους που λαλούσαν το σιγαλό σκοπό τους στα κλαδιά, τους μικρούς σπουργίτες που ψιθύριζαν στα θάμνα, τους μακρινούς, κομμένους ήχους που φτάνουν πάντα αόριστοι και μελαγχολικοί από την ερημιά και γεμίζουν τη σιγή με κάποια ανησυχία».

Ζωγραφικές περιγραφές με εμμονή στα χρώματα και σ’ ήχους στην παρυφή της σιωπής.

Στο μυθιστόρημά του ο Χατζόπουλος παίζει μία υπνωτιστική φθίνουσα νότα σε μία χορδή (με δύο αποχρώσεις: την κόκκινη και την κίτρινη της φθινοπωρινής φύσης), και εντέλει εναπόκειται στον αναγνώστη το να αφεθεί σ’ αυτήν και να την αφήσει να εισδύσει μέσα του.

Από κείμενο του συγγραφέα ΜΙΧΑΛΗ ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΥ

Και μελέτη των ΓΕΩΡΓΙΑ ΚΑΝΔΗΛΑΠΤΗ, ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΛΑΝΤΖΟΥ, ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΑΝΟΥΚΑ

Updated: 19/12/2019 — 01:51