Νικολάι Γκόγκολ – Το παλτό & Το ημερολόγιο ενός Τρελού

Ο Νικολάι Βασίλιεβιτς Γκόγκολ (1 Απριλίου 1809 – 4 Μαρτίου 1852) ήταν Ουκρανός θεατρικός συγγραφέας, μυθιστοριογράφος και διηγηματογράφος. Έγραψε πολλά διηγήματα, ένα μυθιστόρημα, το κορυφαίο του έργο, τις «Νεκρές ψυχές», θεατρικά έργα – από τα καλύτερα του παγκόσμιου δραματολογίου, όπως «Ο επιθεωρητής», καθώς και κάποια ποιήματα. Τα έργα του συγκαταλέγονται στα μεγαλύτερα αριστουργήματα της ρωσικής ρεαλιστικής λογοτεχνίας στο 19ο αιώνα και θεωρείται εφάμιλλος μεγάλων συγγραφέων όπως οι Λέων Τολστόι, Ιβάν Τουργκένιεφ, Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι κι ο ποιητής Αλεξάντρ Πούσκιν.

Γεννήθηκε στο κοζάκικο χωριό Σορότσινσκι της Ουκρανίας, τότε Ρωσική Αυτοκρατορία. Μοναχογιός του Κοζάκου Βασίλι Αφανάσοβιτς Γκόγκολ- Γιαννόφσκι – γαιοκτήμονα και μέλους της τοπικής αριστοκρατίας, που ασχολούνταν με την ποίηση και την θεατρογραφία, ο οποίος πέθανε, όταν ο Γκόγκολ ήταν 15 χρονών. Εδώ μπορούμε να βρούμε τις ρίζες της λογοτεχνικής ενασχόλησης του Γκόγκολ, καθώς και την αγάπη του για το θέατρο. Από τη μητέρα του, τη Μαρία Ιβάνοβνα Κοσιαρόφσκαγια- επίσης κοζάκικης καταγωγής και μέλος οικογένειας τοπικών αξιωματούχων – βαθιά θρησκευόμενη σχεδόν θρησκόληπτη, φαίνεται να κληρονόμησε τον θρησκευτικό μυστικισμό που τόσο τον ταλαιπώρησε τα τελευταία κυρίως χρόνια της ζωής του.

Σπούδασε στο ανώτερο γυμνάσιο, όπου είχε διακριθεί σαν ηθοποιός και μίμος σε σχολικές παραστάσεις. Αυτή η ικανότητα όμως, δεν τον έκανε δημοφιλή. Ήταν απομονωμένος και οι φίλοι του ελάχιστοι. Το 1828, αφού τέλειωσε το Γυμνάσιο, μετακόμισε στην Αγία Πετρούπολη και έδωσε εξετάσεις στο «Αυτοκρατορικό Θέατρο». Απορρίφθηκε και εγκατέλειψε αυτό το όνειρο. 

Ταυτόχρονα, ασχολούνταν με τη λογοτεχνία. Δημοσίευσε, με το ψευδώνυμο Β. Αλώφ, το ποίημα  «Χανς Κιούχελγκάρντεν» που είχε γράψει στα γυμνασιακά του χρόνια, το οποίο επικρίθηκε από μερικούς κριτικούς και ο Γκόγκολ μάζεψε όλα τα κυκλοφορούντα αντίτυπα και τα έκαψε. Ωστόσο συνέχισε να δημοσιεύει σποραδικά κάποια διηγήματά του. Παράλληλα βρήκε μια θέση γραμματέα στο υπουργείο εθνικής οικονομίας, από την οποία κέρδιζε τα προς το ζην.


Το 1831 είναι η χρονιά που ο Γκόγκολ θα γνωρίσει την επιτυχία. Η δημοσίευση των διηγημάτων από την Ουκρανική γη, με τίτλο «Βραδιές στο μετόχι κοντά στη Ντινάνκα» θα τον κάνει γνωστό και αποδεκτό στον πνευματικό κόσμο της χώρας. Θα προκαλέσει ευνοϊκότατα σχόλια του μεγάλου Πούσκιν αλλά και κορυφαίων κριτικών της εποχής. Στα 23 του χρόνια, ο Γκόγκολ είναι μια προσωπικότητα των ρωσικών γραμμάτων.

 Το 1833 γράφει την κωμωδία «Τα Παντρολογήματα», αλλά την αφήνει στη μέση, για να αφοσιωθεί στον περίφημο «Επιθεωρητή». Το 1835 δημοσίευσε την συλλογή διηγημάτων, «Μιργκορόντ» (η πόλη της ειρήνης), με πιο διάσημο το διήγημα «Ταράς Μπούλμπα» και την συλλογή «Αραβουργήματα» με το επίσης διάσημο, «Ημερολόγιο ενός τρελού».

Λίγους μήνες μετά τελείωσε τη συγγραφή του έργου Ο Επιθεωρητής. Το έργο τάραξε τα λιμνάζοντα νερά της θεατρικής γραφής αλλά και της κοινωνίας. Διαφεύγοντας την λογοκρισία, η οποία θεωρώντας το έργο μια εύθυμη κωμωδία δεν κατάλαβε την πραγματική σημασία, που σατιρίζει αμείλικτα τη γραφειοκρατική δομή της αυτοκρατορίας. Μια πολεμική ξεκίνησε εναντίον του από τους δημόσιους υπάλληλους, που τον αναγκάζει να φύγει από τη Ρωσία. (Την εποχή του τσάρου Νικόλαου Α’, κατά την οποία έζησε ο Γκόγκολ και ο Πούσκιν, η Αυτοκρατορική Επιτροπή Λογοκρισίας έλεγχε όλη την πνευματική παραγωγή της χώρας).

Εγκαθίσταται στη Ρώμη και γράφει τις «Νεκρές Ψυχές» ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα στην παγκόσμια λογοτεχνία, με εξαιρετικό χιούμορ και μοναδική και σαρδόνια σε σύλληψη ιδέα. Με το τελείωμα του πρώτου μέρους, γυρίζει στη Ρωσία, όπου το μυθιστόρημα δημοσιεύεται το 1842. Το έργο συγκλόνισε ολόκληρη τη Ρωσία, αλλά και δίχασε ακόμα μια φορά το κοινό. Απογοητευμένος θα ξαναγυρίσει στη Ρώμη. Τελειώνει «Τα Παντρολογήματα» και τους «Παίκτες» και το 1843 δημοσιεύει το περίφημο «Παλτό», έργο που θα κάνει τεράστια εντύπωση στους συγχρόνους του και θα επηρεάσει τους μεταγενέστερους. Χαρακτηριστική, της επίδρασης αυτού του διηγήματος στην ρωσική πεζογραφία, είναι η φράση του Ντοστογιέφσκι: «Όλοι βγήκαμε από το Παλτό του Γκόγκολ».
 
Η ψυχική αρρώστια κάνει την εμφάνισή της πιο ευδιάκριτα. Νευρικοί πόνοι στο στομάχι τυραννούν το σώμα του, ενώ τύψεις τυραννούν την ψυχή του. Νιώθει ότι με τις «Νεκρές Ψυχές», αδίκησε τη Ρωσία και θέλει να επανορθώσει. Αποφασίζει να προσθέσει ακόμα δυο μέρη στο έργο, για να συμπληρώσει την πραγματική εικόνα της χώρας. Θα ονομάσει το δεύτερο βιβλίο «Αφυπνιζόμενες Ψυχές» και το τρίτο, «Ξυπνημένες ψυχές». Όμως δεν είναι ευχαριστημένος από το γράψιμό του, και μάλιστα καίει τα χειρόγραφά του δυο φορές. Πιστεύει, ότι είναι αμαρτωλός. Δεν μπορεί να αποδώσει στο χαρτί αυτό που σκέφτεται γιατί τον τιμωρεί ο Θεός.

Η μόνη διέξοδος που βρίσκει για τον εαυτό του και τη ρωσική κοινωνία, είναι η επιστροφή στα πατροπαράδοτα θεμέλια της Ρωσίας: την απόλυτη υποταγή στον Τσάρο και στην Ορθόδοξη εκκλησία. Το 1847, θα παρουσιάσει τα καινούρια πιστεύω του στο «Διαλεγμένα αποσπάσματα από γράμματα σε φίλους μου». Κάθε νεωτερισμός είναι έργο του Σατανά, ακόμα και η γνώση γραφής και ανάγνωσης κάνουν κακό στον αγνό Ρώσο χωριάτη. Το βιβλίο συγκλονίζει την Ρωσία, για τους αντίθετους ακριβώς λόγους από τα προηγούμενα. Όλοι μένουν έκπληκτοι από την στροφή αυτή, του μέχρι τότε πρωτοπόρου συγγραφέα.

Ο Γκόγκολ δεν μπορεί να ξαναβρεί τον παλιό εαυτό του. Πηγαίνει για προσκύνημα στους Αγίους Τόπους και το 1848 γυρίζει στην πατρική του γη, επισκέπτεται το πατρικό του σπίτι, πάει στην Πετρούπολη και από εκεί στη Μόσχα, όπου θα εγκατασταθεί μόνιμα το 1851. Θρησκομανής πλέον, την χαριστική βολή θα του την δώσει η γνωριμία του, με τον πατήρ (starets) Ματβέι Κονσταντινόφσκυ, έναν αμόρφωτο καλόγερο, εξορκιστή δαιμονίων. Υπό την καθοδήγηση του, για να σώσει την ψυχή του, καίει τα χειρόγραφα του σχεδόν τελειωμένου δεύτερου τόμου των «Νεκρών Ψυχών». Στο τέλος, -σαν ένα είδος αυτοκτονίας – σταματά να τρώει. Θα πεθάνει από ασιτία στις 4 Μαρτίου του 1852 σε ηλικία μόλις 43 ετών.


Το παλτό & Το ημερολόγιο ενός Τρελού

Πατέρας του χρυσού αιώνα του ρωσικού πεζογραφικού ρεαλισμού, ο Νικολάι Βασίλιεβιτς Γκόγκολ όρισε πρώτος το περίγραμμα του λογοτεχνικού τοπίου της πατρίδας του. Οι συγγραφείς του ύστερου 19ου αιώνα έγραψαν στη σκιά του θεματικού και αισθητικού του οράματος· οι μοντερνιστές του 20ου αναγνωρίζουν αμέριστα την επίδρασή του. (…)Και στα δύο διηγήματα του βιβλίου, εκτός από τα μοτίβα της τρέλας και της έμμονης ιδέας, συναντάμε το δημόσιο υπάλληλο που ασφυκτιά στο χαμηλό βαθμό της ιεραρχίας, τη ματαιότητα, τη μωροφιλοδοξία και την κοινωνική υποκρισία – όλα στον καμβά της Αγίας Πετρούπολης, της πόλης που ύμνησε ο Πούσκιν, αλλά της οποίας μιαν άλλη πλευρά αποτύπωσε ο Γκόγκολ.                                                                     

(ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ)

– – –

Το παλτό – Ο Ντοστογιέφσκι είχε πει χαρακτηριστικά: «όλοι βγήκαμε από το Παλτό του Γκόγκολ»

Ξεχάστε ότι γράφτηκε το 1839 και τοποθετήστε το στη δεκαετία του ‘60, στην εποχή του ασπρόμαυρου ελληνικού σινεμά. Θα δείτε ότι ο Ακάκιος Ακάκιεβιτς ζούσε και τότε. Θα τον αναγνωρίσετε στους ήρωες του Ηλιόπουλου, του Χορν, του Χατζηχρήστου, του Βέγγου. Είναι ο άνθρωπος της σφαλιάρας, του θελήματος. Λίγοι τον προσέχουν και τον ακούνε. Ο Ακάκιος Ακάκιεβιτς συνεχίζει να ζει και ίσως είναι ζωντανός όσο ποτέ άλλοτε. Ο κόσμος του Παλτού, είναι ο αιώνιος κόσμος των υπαλλήλων, που υπηρετούν έναν μηχανισμό, επινοημένο και φτιαγμένο να υποτάσσει. Δεν είναι απαραίτητα κρατικός μηχανισμός. Η φάμπρικα δουλεύει με την ίδια λογική.

Ο Ακάκιος Ακάκιεβιτς δεν είναι γελοίος. Διαθέτει μια ακραία ικανότητά, να κάνει μία και μοναδική δουλειά, να αντιγράφει επίσημα έγγραφα, δεξιότητα την οποία απέκτησε μετά από δεκαετίες μονότονης εργασίας, που τον μετέτρεψε σε «γραφομηχανή». Οι σχέσεις με τους συναδέλφους και τους ανωτέρους είναι διαχρονικές και διαπολιτισμικές… Συνηθίζεται να βλέπουμε τον Ακάκιο Ακάκιεβιτς ως θύμα της παγωμένης Πετρούπολης, πόλης-τέρατος, που συμβολίζει το καθεστώς.

Ιδιαίτερη τροφή δίνει στους μελετητές του Γκόγκολ το φινάλε του Παλτού, εκεί που η αφήγηση ξεφεύγει στο γκροτέσκο και εμφανίζεται το φάντασμα του Ακάκιου Ακάκιεβις να εκδικείται όλους ανεξαιρέτως για τη μοιραία κλοπή του Παλτού.

Η πραγματικότητα όμως ξεπέρασε τον Γκόγκολ… Η μετά θάνατον περιπέτειά του επισκίασε τις πιο εξεζητημένες φαντασίες των γραπτών του. Το 1931 ο τάφος του έπρεπε να μεταφερθεί από την Μονή Δανίλοφσκι στη Μόσχα. Όταν ανοίχτηκε το φέρετρό, οι επιφανείς σοβιετικοί συγγραφείς που παραβρέθηκαν, είδαν, ότι έλειπε το κρανίο! Ο Γκόγκολ ούτε μέσα στη δική του τρέλα δεν μπορούσε να φανταστεί, ότι θα χάσει το κεφάλι του! 80 χρόνια μετά το θάνατό του, ήταν ξαπλωμένος στο φέρετρο με άψογα διατηρημένο σακάκι, παντελόνια, ακόμα κι εσώρουχα με κοκάλινα κουμπιά και ψηλοτάκουνες μπότες, αλλά ακέφαλος…                                 

Το μυστικό του κρανίου του αποκαλύφθηκε(;) από αρχεία της KGB. Κάποιος από τους ταφάδες, έναντι πολύ καλής αμοιβής, έκλεψε το κρανίο για τον μεγιστάνα και μεγαλύτερο συλλέκτη έργων τέχνης της Μόσχας, Αλεξέι Μπαχρούσιν.

Παρά την έκπληξη και την ανατριχίλα στη θέα του ακέφαλου Γκόγκολ,  οι συνάδελφοί του, δεν φέρθηκαν με μεγαλύτερο σεβασμό στη σορό. Δύο από αυτούς έκοψαν κομμάτια από το σακάκι του. Ο ένας ενσωμάτωσε το δικό του κομμάτι στο εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης των Νεκρών Ψυχών, η οποία βρίσκεται σήμερα στην κατοχή της κόρης του. Άλλοι έκλεψαν από το φέρετρο ό,τι μπόρεσαν: ένα πλευρό, ένα κομμάτι κνήμης, ένα παπούτσι… Όλοι τους ήταν γνωστοί λογοτέχνες.

Πού να βρίσκεται σήμερα το κεφάλι του Γκόγκολ; Κάνει παρέα με το φάντασμα του Ακάκιου Ακάκιεβιτς; Με τη Μύτη του ταγματάρχη Κοβαλιόφ από την ομώνυμη ιστορία του Γκόγκολ; Τίποτα από αυτά δεν μου κάνει ιδιαίτερη εντύπωση. Εκείνο που αρνούμαι να πιστέψω είναι, ότι τίποτε από αυτά που καυτηρίαζε ο Γκόγκολ δεν άλλαξε. Ο άνθρωπος συνεχίζει να φορτώνει στο καθεστώς όλες τις αμαρτίες του κόσμου, αρνούμενος να καταλάβει ότι το καθεστώς είναι αυτός ο ίδιος. Και αν σήμερα στο δρόμο του βρεθεί ένας Ακάκιος Ακάκιβιτς, θα προτιμήσει και πάλι να μείνει κουφός μπρος στα διεισδυτικά και βουβά του λόγια: «Είμαι αδερφός σου».      

Αποσπάσματα κειμένου της Ευγενίας Κριτσέφσκαγια «Ξαναδιαβάζοντας το Παλτό του Νικολάι Γκογκόλ»       – – –

Το «Ημερολόγιο Ενός Τρελού»

Μήπως η τρέλα είναι απλά ένας αλλιώτικος τρόπος θέασης του κόσμου;

«Το ημερολόγιο ενός τρελού» είναι βαθιά βιογραφικό, χιουμοριστικό και εντελώς μα εντελώς πικρό και δραματικό. Αναδεικνύει την αίσθηση του σύγχρονου ανθρώπου πως γεννήθηκε για κάτι σημαντικό, πως είναι διαφορετικός από όλους τους άλλους και την πικρή συνειδητοποίηση πως τελικά είναι ένα φτωχός δημόσιος υπάλληλος. Παράλληλα σατιρίζει το κοινωνικό γίγνεσθαι της εποχής, την κόρη του Διευθυντή που θα παντρευτεί ή θαλαμηπόλο ή Στρατηγό, τα σκυλιά της πλουτοκρατίας που είναι τόσο σνομπ όταν γράφουν γράμματα το ένα στο άλλο κ.ο.κ. Και την τρέλα φυσικά, ίσως το μόνο καταφύγιο των υγιώς σκεπτόμενων ανθρώπων.


Το «Ημερολόγιο ενός τρελού» αποτελεί ένα καθαρά συμβολικό διήγημα, που δείχνει την τρέλα και το θάνατο ως φυσικό επακόλουθο του κοινωνικού αδιέξοδου. Αντανακλώντας τη μυστηριακή προσωπικότητα του συγγραφέα, τείνει σταθερά σε μια αφήγηση της πραγματικότητας, με μια διάθεση να αποκαλυφθούν οι άσχημες πλευρές της ζωής. Τα πάντα είναι συγκροτημένα, ιδωμένα από κάποια απόσταση, ικανή να αμβλύνει τις οξύτητες. Σε τούτο συντείνει και ο τόνος της γραφής που παρουσιάζεται πάντοτε ως εξιστόρηση αναμνήσεων ενός παρελθόντος, σε μορφή ημερολογίου, που αντιπροσωπεύει την καταστολή της επιθυμίας και το στραγγάλισμα της ζωής.

Η φιγούρα του κεντρικού ήρωα ξεκαθαρίζεται λίγο λίγο. Η τρέλα θα είναι αυτή που τον κάνει ορατό. Ο ήρωας είναι ελεύθερος και φυλακισμένος ταυτόχρονα. Έτσι νιώθει η ψυχή του Αυξέντη Ιβάνοβιτς Ποπρίτσιν. Η τρέλα, είναι επίσης μια μορφή ελευθερίας. Ο Εγκλεισμός του ήρωα που εργάζεται δέσμιος και καταπιεσμένος είναι συναισθηματικός. Όμως, δε χάνει το χιούμορ του, ακόμα και στις πιο σκοτεινές στιγμές της ζωής του.

Ο Αυξέντης  Ιβάνοβιτς Ποπρίτσιν αρθρώνει έναν οδυνηρό καταγγελτικό μονόλογο. Ο σπαραγμός του ήρωα, που το μόνο που διεκδικεί είναι να ζει, να σκέπτεται ανθρώπινα και ελεύθερα. Ένα αναμφισβήτητο «Κατηγορώ» που ανταποκρίνεται στο γεγονός ότι κι  ο ίδιος ασφυκτιά, δεμένος στις χειροπέδες του  πολιτικού συστήματος. Το κοινωνικό αδιέξοδο γίνεται ατομικό και πλέον δεν αφήνει κανένα περιθώριο δημιουργίας.

Το έργο του Γκόγκολ μοιάζει με μια σειρά από αμοντάριστα πλάνα που καταγράφουν τη θύελλα στην ψυχή ενός ανθρώπου που, φυλακισμένος στο κελί της ύπαρξης και της τάξης του, αγωνίζεται να κατανοήσει τον εαυτό του και τον κόσμο. Ο ήρωας είναι εγκλωβισμένος ανάμεσα σε δυο αντίπαλα στρατόπεδα, λογική και τρέλα, αλλά ενστικτωδώς αρνείται να υποκύψει στους άκαμπτους κανόνες και των δυο.

Αποσπάσματα κειμένου του Γιώργου Κατσαντώνη «Μια ψυχαναλυτική προσέγγιση»

                                                                       – – –

Updated: 17/07/2019 — 01:43