Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι – «Λευκές Νύχτες» – «Το όνειρο ενός γελοίου»

 «Λευκές Νύχτες» από τον Ντοστογιέφσκι για κάθε σκεπτόμενο ρομαντικό

Μία τυχαία συνάντηση δύο μοναχικών ανθρώπων αναλύει την περίπλοκη ανθρώπινη ψυχή και την ανάγκη της για κατανόηση. Ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι ήξερε καλύτερα από τον καθένα τι σημαίνει διαρκής αναζήτηση. Εκείνος είναι ξένος και μόνος περιηγητής στην Αγία Πετρούπολη. Οι νύχτες εκεί δεν προλαβαίνουν να σκεπάσουν το παγωμένο τοπίο, τα καλοκαίρια. Το σούρουπο διαρκεί ώρες και οι κάτοικοι του Βορρά τριγυρνούν στους δρόμους ο ένας δίπλα στον άλλο. Εκείνος τους παρατηρεί όλους αλλά δε μιλά ποτέ σε κανέναν. Οι σκέψεις του είναι υπεραρκετές για να προστεθούν κι άλλες πληροφορίες στο μελαγχολικό μυαλό του. Μέχρι που βλέπει εκείνη. Εκείνη είναι η φιγούρα μίας νέας κοπέλας που κλαίει ανάμεσα στους περαστικούς, σκυμμένη πάνω από τα κύματα στην προκυμαία. Για κάποιο λόγο την ξεχωρίζει από το πλήθος όλων όσων φοβόταν ή απαξιούσε και μέσα σε μία μέρα την ερωτεύεται.

Την ίδια στιγμή που για εκείνον δεν ξέρουμε τίποτα, μας αποκαλύπτονται όλες οι πληροφορίες για τη βιογραφία εκείνης. Είναι όμως τόσο απλό; Ξέρει κανείς κάποιον μόνο όταν γνωρίζει τα πάντα γύρω από τα γεγονότα και τις συγκυρίες της ζωής του; Καθ’όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης αισθανόμαστε εκείνον δικό μας άνθρωπο, ίσως και ένα δεύτερο εαυτό μας. Δε γνωρίζουμε ούτε το όνομα του. Οι πράξεις και τα συναισθήματά του, σαχλά, επίμονα, μάταια, βγάζουν απόλυτο νόημα καθώς γινόμαστε αόρατοι μάρτυρες του ειδυλλίου στα ημισκότεινα παραλιακά σοκάκια, σε ένα σύμπαν διαφορετικό από εκείνο των συνηθισμένων ημερών ρουτίνας σε μια οποιαδήποτε άλλη κοινότητα. Από την άλλη, εκείνη παραμένει ένα άλυτο μυστήριο. Ένα αίνιγμα με όνομα και παρελθόν. Έχει καμία σημασία;

Ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι είναι γνωστός για τα μυθιστορήματα του για τα οποία οι παρθενικές τους κυκλοφορίες χαρακτηρίστηκαν «ψυχογραφήματα». Ο ίδιος ο συγγραφέας είχε δηλώσει: «Με αποκαλούν ψυχολόγο. Δεν είναι αλήθεια. Δεν είμαι παρά ένας ρεαλιστής με την πιο βαθιά σημασία. Περιγράφω δηλαδή τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής.» Αν το αναλογιστεί κανείς, κάτι τέτοιο δεν είναι παρά και η πραγματικότητα. Τι είναι πιο υπαρκτό και αληθινό από εμάς τους ίδιους και την ψυχή μας; Οι Λευκές Νύχτες είναι ένα διήγημα από το Ημερολόγιο Ενός Ονειροπόλου και παρά τη γέννηση του που χρονολογείται στο 1848, μπορεί κάλλιστα να αποτελέσει αποκούμπι ταύτισης για κάθε ρομαντικό του σήμερα. Οι εποχές αλλάζουν, οι τεχνολογία εξελίσσεται και  πολλοί θα πουν πως το ίδιο συμβαίνει και με τις ανθρώπινες σχέσεις. Οι βάσεις παρόλα αυτά των σχέσεων μένουν ίδιες. Ναι μεν μεταβάλλονται ανάλογα με τον κοινωνικό και πολιτισμικό περίγυρο αλλά η ψυχή, τα ερωτήματα και οι ανασφάλειες της διατηρούνται. Τα πρωτόγονα βαθειά, καθαρά ανθρώπινα ή και ζωώδη ένστικτα καθορίζουν από πάντα και για πάντα τις συμπεριφορές. Ελπίδα, απογοήτευση, αναπτέρωση συναισθημάτων, προσπάθεια, τόλμη, υπομονή. Κινητήριες δυνάμεις αλλά και κατασταλτικές. Σε ένα κόσμο που το άτομο κινείται μέσα στα πλήθη αξίζει να υπάρξει μια οποιαδήποτε αφύπνιση; Και αν η αφύπνιση αυτή κρατήσει λίγο, σε τι αποσκοπεί η ανάμνηση; Ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι αναλύει με μία απλή ιστορία δύο ανθρώπων που έτυχε να συναντηθούν τη μαγεία της αντίθεσης «αισθάνομαι» και «ζω».


Πηγή: https://frapress.gr/2018/07/quot-leykes-nychtes-quot-apo-ton-ntostogiefski-gia-kathe-skeptomeno-romantiko/

Το όνειρο ενός γελοίου

Ταπεινός και καταφρονεμένος, αιώνιος σύζυγος, αδερφός του εαυτού του, έφηβος που πέρασε την ζωή του μέσα σε λευκές νύχτες, αυτός είναι ο Φιόντορ Ντοστογιέφσκι.

Είναι και η ενσάρκωση του ανθρώπου που πάσχισε να βρει τα βήματά του, να ξεφύγει από το σκοτάδι του και να ξεφύγει από τα χτυπήματα μίας ζωής που δεν του χάρισε τίποτα. Μία ταλαιπωρημένη ψυχή που με την ευαισθησία του και την ανήσυχη ζωή του κατάφερε σαν ένας άλλος Βαν Γκογκ να μετουσιώσει την οδύνη του σε έργο, ένας Χριστός της καθημερινότητας μέσα σε μία κοινωνία που δεν έχει κατανόηση και χώρο για το διαφορετικό. Σε αυτό το περιβάλλον μεγαλούργησε, η φωνή του μίλησε και σε αυτό το βιβλίο που είναι ένα πραγματικό διαμάντι, αν αναλογιστεί κανείς πως ερμηνεύει και αναλύει την ψυχοσύνθεσή μίας ύπαρξης που μέσα στις υπόγειες διαβάσεις και στις κατακόμβες της σκέψης του γέννησε ελπίδα και αναγέννηση.

Πώς είναι να νιώθεις παραπεταμένος και ξένος μέσα στην ίδια σου την εποχή, αλλόκοτος και παράσιτο από έναν περίγυρο που δεν θέλει να σε ξέρει και σε αποδιώχνει; Σπεύδεις να ανακαλύψεις καταφύγια για να φωλιάσεις εκεί τα όνειρά σου που στους άλλους δεν τολμάς να τα αποκαλύψεις γιατί δεν πρόκειται να σε ακούσουν, η αδιαφορία τους είναι τόσο ηχηρή που σου σπάει το τύμπανο. Ο γελοίος άνθρωπος που περιγράφεται εδώ δεν είναι παρά ένας κοινός θνητός που μέσα στην κοινοτοπία του χαρακτήρα του συνομιλεί με τον ίδιο του τον εαυτό μιας και οι υπόλοιποι είναι κρυστάλλινες φιγούρες που απλά τον περιγελούν και τον χλευάζουν. Και ο τρελός του χωριού αυτό δεν αντιπροσωπεύει και συμβολίζει; Γιατί η διαφορετικότητα ξενίζει, απομακρύνεται όπως η μύγα που κάθεται στο φαγητό και μας ενοχλεί με την παρουσία της. Σκληρή εικόνα παρουσιάζει ο άνθρωπος αυτός, είναι έτοιμος να θέσει τέλος στην ζωή του γιατί δεν βρίσκει την παραμικρή ικανοποίηση, διαλύεται από τα εξ ων συνετέθη κάθε φορά που παρίσταται σε μία ομήγυρη που τον στήνει στην γωνία γιατί δεν έχει το σθένος να τον αγκαλιάσει, της είναι βάρος και ανυπόφορο βαρίδιο.

Ο γελοίος αυτός άνθρωπος είναι ο Χριστός που καταδίκασαν, είναι ο Σωκράτης που ήπιε το κώνειο, είναι ο Προμηθέας που άφησαν τον γύπα να του φάει το συκώτι, είναι η προσωποποίηση της μελαγχολίας που βλέπει τον εαυτό της στον καθρέφτη και δεν αντέχει να παραμερίζεται, να λησμονείται και να σπρώχνεται σαν το αδέσποτο σκυλί που δεν έχει θέση σε ένα «καθωσπρέπει» τραπέζι. Και όμως η γελοιότητα αυτή που ο Ντοστογιέφσκι βίωσε στο πετσί του σε όλη του την ζωή είναι αυτή που ανεβάζει τον άνθρωπο στα μάτια του Θεού και ας μην το καταλαβαίνει ο ίδιος σε αυτή την επίγεια πραγματικότητα. Για αυτό και ο άνθρωπος της ιστορίας αυτής που μυρίζει έντονα άρωμα αυτοβιογραφικό είναι αυτός που ονειρεύεται, ζει και ευχαριστιέται όσο τίποτε άλλο τον θάνατό του, την λύτρωσή του και την αναγέννησή του. Μεταφέρεται σε μίαν άλλη σφαίρα παραδεισένια, την σφαίρα της γνώσης, εκεί όπου σπέρνουν ευτυχία για να θερίσουν αγάπη και χαρά, εκεί που δεν διακρίνεσαι για το τι ρούχα φοράς αλλά για το ποιος είσαι, πόσο αγαθές προθέσεις έχεις γιατί τα αισθήματα σε αυτόν τον κόσμο του ονείρου είναι νότες μελωδίας που έχουν ντυθεί για να υπάρχουν σε πείσμα του χρόνου. Βλέποντας τον δικό του κόσμο, ο άνθρωπος αυτός συγκρίνει, κατακρίνει αλλά δεν εχθρεύεται, έχει την αγνότητα και την πραότητα να σβήνει κάθε έννοια μίσους, «ου γαρ οίδασι τι ποιούσιν». Σαν ένας θεός ακαταλαβίστικος και μετέωρος επιβλέπει τα όσο γίνονται στον μίζερο μικρόκοσμο που μέχρι πριν λίγο εκείνος δεν ήταν παρά ένας θεατής της παραφροσύνης και της έπαρσης, της υλικής και πρόσκαιρης ανθρώπινης αδυναμίας.

Μέσα στο όνειρό του άρχισε να φαντάζεται μήπως ο ίδιος τελικά αποτελούσε τον κίνδυνο και το μίασμα, αυτό το μικρόβιο της γνώσης που εξαπλώνει το μίσος και την διχόνοια, μήπως είναι ένας ηλίθιος που του γεννιούνται ερωτήματα και η συνείδησή του χορεύει σε ρυθμούς ενοχής για έναν κόσμο που δεν μπορεί να σώσει? Η μήπως οι άλλοι είναι ηλίθιοι; Τι έχει να προσφέρει σε μία κοινωνία που του γυρίζει την πλάτη γιατί εκείνος δεν μπόρεσε να την καταλάβει? Εκείνος έφταιξε που δεν φρόντισε να λάμψει η αλήθεια και αν αυτό συμβαίνει τότε ότι ξυπνάει από το όνειρο είναι για να δώσει στον κόσμο του μία δεύτερη ευκαιρία να επανέλθει στον σωστό δρόμο;

Σε αυτό το βιβλίο που γράφτηκε το 1877, ο Ντοστογιέφσκι νιώθει την ανάγκη να προβεί σε μία απολογία και σε μία εις βάθος ανασκαφή των όσων τον απασχολούν όλα τα χρόνια της περιπλάνησής του στους δρόμους της ανακάλυψης του είναι του. Γιατί ο συγγραφέας ποτέ δεν απόλαυσε την ευτυχία και την επιτυχία, σαν επαίτης και σαν παίκτης προσπάθησε να σταθεί μέσα στα θηρία που ήταν έτοιμα να τον κατασπαράξουν. Αιχμάλωτος των αδυναμιών του μετουσίωσε αυτές σε έμπνευση για να αποδράσει από τις ανείπωτες του μάχες με τον ίδιο του τον εαυτό, που τελικά τον έχανε και τον κέρδιζε. Το μόνο βέβαιο είναι πως για όλους εμάς η ανάμνηση του ήταν και είναι τα κείμενά του που «προδίδουν» τον πλούτο που ίσως ακόμα να μην έχει ολοκληρωτικά εκτιμηθεί. Αν το έγκλημα και η τιμωρία του ήταν τα χειρόγραφά του αυτή ήταν παράλληλα και η συγχώρεσή του.

«Η συνείδηση της ζωής αξίζει περισσότερο από τη ζωή, η συνείδηση των νόμων της ευτυχίας αξίζει περισσότερο από την ευτυχία»

Πηγή: https://www.culturenow.gr/vivlio-to-oneiro-enos-geloioy-fiontor-ntostogiefski/

Φιόντορ Μιχάηλοβιτς Ντοστογιέφσκι (11 Νοεμβρίου 1821 – 9 Φεβρουαρίου 1881)

Ρώσος συγγραφέας, θεωρείται κορυφαία μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας ενώ χαρακτηρίζεται ως ένας από τους σπουδαιότερους ψυχογράφους. Επηρέασε σημαντικά όχι μόνο Ρώσους συγγραφείς, αλλά και πολλούς μελλοντικούς και σύγχρονους όπως οι T.Mann, Hemmingway, Woolf, Joyce, κ.α.

Ο Albert Camus τον αποκαλούσε «σπουδαιότερο προφήτη του 20ού αιώνα», ενώ οι Νίτσε και Φρόιντ άντλησαν πολλά από το έργο του. Μερικά από τα πιο γνωστά του έργα είναι: Έγκλημα και Τιμωρία, Ο Ηλίθιος, Οι Δαιμονισμένοι, Αδελφοί Καραμαζώφ, Το Όνειρο ενός Γελοίου, Ταπεινοί και Καταφρονεμένοι, Ο Παίκτης. Οι μεταφράσεις του έργου του στα ελληνικά από τον Άρη Αλεξάνδρου θεωρούνται αξεπέραστες.

Βιογραφικό: Ο πατέρας του  ως γιος κληρικού, σύμφωνα με την παράδοση, θα έπρεπε να γίνει και αυτός κληρικός. Κατόρθωσε όμως να σπουδάσει ιατρική και με τη σταδιοδρομία του αυτή να μπει στην κληρονομική αριστοκρατία, στο σύνορο της αριστοκρατίας και των Rasnotchinzen, (άνθρωποι από άλλη τάξη). Ως «ευγενής πρώτης γενιάς» ανήκε στα προνομιούχα ανώτερα στρώματα, οπότε ο νεαρός Φιοντόρ «δεν μεγάλωσε στη φτώχεια και τη στέρηση». Ύστερα από μία αρχική κατ΄οίκον διδασκαλία πήγε οικότροφος σε δύο σχολεία στη Μόσχα, ένα από τα οποία γαλλικό. Συνέχισε τις σπουδές του σε στρατιωτική σχολή μηχανικών και για σύντομο χρονικό διάστημα άσκησε αυτό το επάγγελμα. Το 1843 έλαβε την απόφαση να ασχοληθεί αποκλειστικά με τη λογοτεχνία.

Τον Απρίλιο του 1849 συνελήφθη και πέρασε από έκτακτο στρατοδικείο, με την κατηγορία συμμετοχής σε προδοτική συνωμοσία. Είχε προσχωρήσει σε μια πολιτικο-φιλοσοφική λέσχη, γνωστή ως κίνηση Πετρασέφσκι. Στο δικαστήριο δεν αρνήθηκε τις φιλελεύθερες πεποιθήσεις του, ούτε το ενδιαφέρον του για τον ουτοπικό σοσιαλισμό, ιδιαίτερα για τις ιδέες του Σαρλ Φουριέ ή τη διαμαρτυρία του για φαινόμενα της ρωσικής πραγματικότητας. Παρουσίασε τον εαυτό του ως «αφελή-έντιμο ανθρωπιστή και λόγιο, ο οποίος απέβλεπε στο γενικό καλό της ανθρωπότητας», κυρίως όμως ήθελε μέσα από την πλούσια βιβλιοθήκη των Πετρασέφσκι «να γνωρίσει τα νεότατα λογοτεχνικά ρεύματα της Ευρώπης». Μεταγενέστερα είχε γίνει γνωστό ότι συμμετείχε ενεργά στην προσπάθεια λειτουργίας παράνομου τυπογραφείου και είχε δηλώσει πως «ήταν διατεθειμένος να πάρει μέρος εν ανάγκη και σε ένοπλη εξέγερση» Το Νοέμβριο του 1849 ο Ντοστογιέφσκι και οι σύντροφοί του καταδικάσθηκαν σε θάνατο. Ακολούθησε πόλεμος νεύρων με εικονικές εκτελέσεις, ώσπου η ποινή του μετατράπηκε σε εξορία και καταναγκαστικά έργα στο Ομσκ της Σιβηρίας.  Το φθινόπωρο του 1855 έγινε υπαξιωματικός και τον επόμενο χρόνο προήχθη σε αξιωματικό. Το 1857, γνωρίζει και παντρεύεται την Μαρία Ισάγιεβα. «Μία πραγματικά μορφωμένη και με τον τρόπο της γοητευτική γυναίκα, συνάμα όμως έπασχε από ανίατο πνευμονικό νόσημα, νευρική και ευερέθιστη, προφανώς υστερική, αν όχι ψυχοπαθής.» Τον Δεκέμβριο του 1859, επέστρεψε στην Πετρούπολη και εξέδωσε μαζί με τον αδελφό του δύο περιοδικά, τα οποία δεν είχαν επιτυχία, με αποτέλεσμα να βρεθεί καταχρεωμένος. Ο μόνος τρόπος ξεπληρώσει τα χρέη, ήταν η συγγραφή. Την ίδια περίοδο εκδηλώθηκε το νοσηρό του πάθος για τα τυχερά παιχνίδια που τον έφερε στο χείλος της υλικής και σωματικής καταστροφής. Σε αυτό το διάστημα έγραψε τα καλύτερα του έργα: Ο παίκτηςΟι αδερφοί ΚαραμαζώφΈγκλημα και ΤιμωρίαΟ ΗλίθιοςΟι δαιμονισμένοι. Όταν κατάφερε πλέον να ανασάνει από το βάρος των χρεών, ανέλαβε τη διεύθυνση ενός περιοδικού και λίγα χρόνια αργότερα εξέδωσε το δικό του περιοδικό, «Το Ημερολόγιο Ενός Συγγραφέα», που σημείωσε τεράστια επιτυχία. Πέθανε το 1881 στην Πετρούπολη σε ηλικία 60 ετών.

Updated: 17/07/2019 — 01:24